«Δυστυχώς επτωχεύσαμεν»


ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ

Μάγκικη θα χαρακτήριζα τη χθεσινή νίκη της Εθνικής μας Κ21 στην Τουρκία. Μάγκικη για ένα απλό και μόνο λόγο. Αγωνιστικά και ποδοσφαιρικά οι Τούρκοι θεωρούνται πολύ προχωρημένοι σε σχέση με εμάς και τόσο οι υποδομές όσο και τα πρωταθλήματα τους είναι πιο προηγμένα από τα δικά μας, κάτι που αντανακλάται και από την παρουσία της ανδρικής εθνικής τους ομάδας.Μπράβο σε όλους τους συντελεστές της επιτυχίας και μακάρι αυτή η φουρνιά παικτών να έχει συνέχεια στο άθλημα και να καθιερωθεί και να πετύχει.

Δυστυχώς από ψες διαβάζω ότι μπορεί και δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους, ειδικά εξαιτίας μιας στιγμιαίας τοποθέτησης ενός παιδιού, σε ώρα έπαρσης και περηφάνειας (εύλογης και δικαιολογημένης). Κάποιοι έγιναν υπερπατριώτες, κάποιοι θυμήθηκαν τον φασισμό και τον εθνικισμό και τον καταδικάζουν, κάποιοι καπηλεύτηκαν μια αθλητική νίκη για να εξυπηρετήσουν παραταξιακές αντιλήψεις περί Κυπριακού, ένθεν και ένθεν. Ο Πρόεδρος δε της ΚΟΠ ενθουσιασμένος συνεχάρη, ξεχνώντας το προ μηνών ατόπημα, όταν λάνσαρε περιχαρής το μισοφέγγαρο στο στήθος, εν απουσία Πολιτειακής αντίδρασης ή έστω τοποθέτησης ρε παιδί μου.

Δανείζομαι τα λόγια του Πέτρου Χατζηχριστοδούλου, «αιώνιου» αθλητικού συντάκτη: «Τα παιδιά, οι 20χρονοι και 19χρονοι που νίκησαν στην Άγκυρα, περισσότερο από κάθε άλλον, δικαιούνται να δώσουν όποια σημασία γουστάρουν στην επιτυχία τους και να τη συνδέσουν με ό,τι εξωαθλητικό θέλουν και έτσι έκαναν άλλωστε, όχι μόνο με τους πανηγυρισμούς τους και την αντίστασή τους, όταν τους επιτέθηκαν οι θρασείς γηπεδούχοι, που δεν βάσταξαν την ήττα (ως ταπείνωση την είδαν). Μπορεί (κακώς και αδίκως) να κατηγορείται συλλήβδην η νέα γενιά για «απάθεια» και «λήθη», αλλά σε συγκεκριμένες ειδικές συνθήκες αποδεικνύει ότι δεν είναι γενιά αμνών και ξεφτισμένων, χωρίς ευαισθησίες και δυναμισμό.». «Very well said Mr.» που λένε και στο εξωτερικό.

Ακόμα και μια νίκη κατάφερε όμως να μας διχάσει. Μια επιτυχία μας χώρισε σε εθνικιστές και μη, σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, σε προδότες και υπερπατριώτες. Να σας πω και το δικό μου; Ήταν μια νίκη. Μια αγωνιστική νίκη. Μια νίκη περηφάνειας. Ναι και μια μικρή, ανούσια, σφαλιάρα στον κατακτητή. Και ναι, να τη χαρούμε τη σφαλιάρα, αφού 42 χρόνια μόνο ο αθλητισμός κατάφερε να πράξει κάτι τέτοιο όντως σποραδικά. Να τη χαρούμε όμως στη σωστή διάσταση της. Ας της δώσουν οποιαδήποτε σημασία θέλουν τα παιδιά, όντως.

Τα παιδιά που προσφάτως απολύθηκαν από την εθνική Φρουρά και εύλογα ακόμη τραγουδούν στιχάκια απ’ τα ΛΟΚ (για όσους νόμισαν ότι ο παικταράς μας είναι και ποιητής). Τα παιδιά που χρόνια ιδρώνουν στο γήπεδο προσπαθώντας να χτίσουν όνομα και καριέρα, αλλά και να τιμήσουν τη χώρα τους, όπως έκαναν ψες. Είναι αρκετά μάγκες και ξέρουν. Και εμείς σαν λαός πρέπει το ίδιο μάγκικα να αξιοποιήσουμε αυτή τη νίκη.

Να την αξιοποιήσουμε για να βελτιώσουμε τον αθλητισμό. Να ενισχύσουμε τις ομάδες μας. Να προοδεύσει η εθνική μας ομάδα. Πρώτος είπα, λέω και θα συνεχίσω να λέω ότι ο αθλητισμός είναι το μεγαλύτερο «όχημα» κοινωνικής αλλαγής, αλλά και κοινωνικού επηρεασμού. Ας μείνουμε στο θετικό επηρεασμό και ας ανεβούμε στο «όχημα» όχι κατ’ ανάγκη για να το επιδιορθώσουμε ή για να το οδηγήσουμε, αλλά για να φτάσουμε στην «Ιθάκη». Δεν έχω ιδιαίτερη κλήση στην ψυχολογία ή την κοινωνιολογία, όμως ξέρω τι σημαίνει να ανεβαίνει η σημαία της Κύπρου στον τουρκικό ιστό και να σιγοψέλλουμε τον εθνικό ύμνο, υπό το μένος των γειτόνων (δόξα το θεό το έπραξα). Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ότι διδαχθήκαμε να μισούμε τους κατακτητές και το καταλαβαίνω.

Ας μην μπολιάσουμε όμως τα παιδιά μας με ΔΙΧΑΣΤΙΚΕΣ ταμπέλλες εθνικισμού, πατριωτισμού και υπερκομματισμού. Ο αθλητισμός δεν το χρειάζεται, ούτε έχει χώρο για αυτά. Στον αθλητισμό υπάρχουν μόνο νικητές ή και μελλοντικοί νικητές (αναφερόμενος σε προσωρινά ηττημένους).