Σκιά, Ανδρέα μου ή «μαύρη μαυρίλα πλάκωσε»;

Μία από τις μεγαλύτερες… τάτσες στην ιστορία του ποδοσφαίρου μας…

ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΚΟΥΡΗ

Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που γνωρίζει το κυπριακό ποδόσφαιρο απ’ έξω κι ανακατωτά, αυτός είναι ο Ανδρέας Μιχαηλίδης. Το ξέρει (το ποδόσφαιρο) απ’ την καλή και την ανάποδη, το βίωσε, το χόρτασε, το υπηρέτησε, ως ποδοσφαιριστής και πολύ περισσότερο ως προπονητής, παρά ως τεχνοκράτης και βουλευτής.

Η θητεία του Ανδρέα Μιχαηλίδη στο προπονητιλίκι θα μπορούσε να ‘ναι και δέκα πανεπιστημιακά διπλώματα. Και λίγα λέω. Από το Κέντρο Νεότητας Μαρωνιτών, στην ΑΠΕΠ, στον Άρη, στη Εθνική Κύπρου κι από κει και πέρα στους πάγκους όλων σχεδόν των μεγάλων και των μικρών ομάδων της Κύπρου! Ούτε ο Ανδρέας Μουσκάλλης δεν έχει περάσει από τόσους πολλούς πάγκους. Το εφαλτήριο του Ανδρέα Μιχαηλίδη ήταν αναμφίβολα η Εθνική μας ομάδα των ανδρών. Σε μία περίοδο (1991-1996) που δεν υπήρχαν Ίντερνετ και Social Media, ο Ανδρέας κρατούσε το τιμόνι του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος κι είχε, αυτό που λέμε Επικοινωνία και Δημόσιες Σχέσεις, όσο έχουν σήμερα σύλλογοι και οργανισμοί, με υπηρεσίες και δέκα έμμισθους.

Χθες το πρωί, με την ιδιότητα του προέδρου του ΚΟΑ, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης φιλοξενήθηκε στην εκπομπή του ΡΙΚ, «Πρώτη Ενημέρωση». Κι όπως ήταν φυσικό, ρωτήθηκε αν είναι διατεθειμένος να βοηθήσει για την κάθαρση και αν το θέμα της διαφθοράς στο ποδόσφαιρο, προϋπήρχε από τη δική του εποχή, όταν ήταν προπονητής. «Όποιος πει ότι δεν υπήρχε, θα λέει ένα μεγάλο ψέμα. Δεν υπήρχε τότε το στοίχημα και τα λεφτά δεν ήταν στην πρώτη γραμμή, που να κινούν τα πάντα. Στη θέση που με έχει διορίσει ο Πρόεδρος και η πολιτεία, θα κάνω ό,τι μπορώ. Το απέδειξα με τον βίο μου. Παραιτήθηκα από την Εθνική ομάδα γιατί αντιλήφθηκα ότι υπήρχε σκιά. Δεν χωνεύω την απατεωνιά», ήταν η απάντησή του.

Δεν μπορώ να ξέρω αν του ‘φυγε του Ανδρέα, αλλά τότε, όχι μόνο υπήρχε στοίχημα, αλλά ήταν στα ντουζένια του! Οπόταν, αυτό το «δεν υπήρχε τότε το στοίχημα», δεν ισχύει. Η ατάκα, όμως, που βγάζει μάτια ήταν αυτή στο φινάλε: «Παραιτήθηκα από την Εθνική ομάδα γιατί αντιλήφθηκα ότι υπήρχε σκιά»! Σκιά τη λέμε τώρα; Ήταν σκιά, Ανδρέα μου ή μήπως «μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα»; Μιλάμε για μία από τις μεγαλύτερες… τάτσες στην ιστορία του ποδοσφαίρου μας.

Κύπρος – Βουλγαρία 1-3 στο Τσίρειο. Το περίφημο «δκυολί – δκυολί» ή «κκιλί – κκιλί»! Για να καταλαβαίνουν κι οι αμύητοι στον τζόγο, νίκη της Βουλγαρίας από το ημίχρονο. «Διπλό» στο ημίχρονο, «διπλό» τελικό. Μετά το ματς, όλοι μούγκα, ούτε λέξη, μέχρι να αποκαλύψουν το τεράστιο σκάνδαλο οι δημοσιογράφοι. Έντονος στοιχηματισμός για νίκη της Βουλγαρίας από το ημίχρονο, με υποψίες ότι σε αυτόν συμμετείχαν και Κύπριοι διεθνείς!

Κι έγινε ο χαμός, επτά φορές μεγαλύτερος απ’ ό,τι σήμερα, προφανώς επειδή ήταν ματς της Εθνικής. Το σκηνικό, βέβαια, ήταν το ίδιο με συσκέψεις, συνεδρίες στη Βουλή και το Προεδρικό και γίναμε διεθνώς ρεζίλι, αφού το θέμα έπαιξε δυνατά και στα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία.

Μόνο στην Κύπρο είχε παιχθεί ένα ποσό 130 περίπου χιλιάδων λιρών (περίπου 200 χιλιάδες σημερινά ευρώ) για νίκη της Βουλγαρίας από το ημίχρονο και πολλές άλλες ξένες εταιρείες στοιχημάτων άρχισαν να… ψάχνονται με εντυπωσιακά ευρήματα. Η σπουδαιότερη ανακάλυψη της εποχής εκείνης, ήταν ότι η Εθνική μας ομάδα ήταν -επιεικώς- ξέφραγο αμπέλι κι ότι αρκετοί διεθνείς ήταν «εθισμένοι» στον τζόγο, στις αποστολές ξημεροβραδιάζονταν παίζοντας χαρτιά, ενώ στοιχημάτιζαν αβέρτα! Κι επίσης, ότι είχαν πριμοδοτηθεί από Ρουμάνους (για να κόψουμε βαθμό από την Τσεχοσλοβακία!) και πολλά άλλα που δεν χωράνε σήμερα στη… στήλη.

Συμπέρασμα; Μετά από τόσα χρόνια, μόνο αν είμαστε ειλικρινείς, πρωτίστως με τον εαυτό μας, μπορούμε να προσδοκούμε σε αυτό που λέμε, άσπρη μέρα…