Εθνική Κύπρου: Πάντα τελευταίοι, προτελευταίοι

Όταν το παρελθόν μάς δείχνει τις δυνατότητές μας, είναι αδιανόητο να απαιτούμε προκρίσεις της εθνικής ομάδας...

ΤΟΥ ΠΑΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 

RADIO ACTIVE (ΟΙ ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΞΕΔΡΑΣ 18.00-19.00) ΤΗΛ. 22-744333

Ανέκαθεν η Κύπρος ήταν μια χώρα που περιλαμβανόταν στις μικρές ποδοσφαιρικά από την πρώτη φορά που επίσημα αγωνίζεται είτε ως Εθνική είτε σε συλλογικό επίπεδο. Τις τελευταίες δεκαετίες μετά τις θεμελιακές αλλαγές που έχουν συντελεστεί λόγω του διαμελισμού των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ έχουμε καταφέρει να έχουμε κάποιες επιτυχίες.

Αυτές είναι σε συλλογικό επίπεδο και είναι αποτέλεσμα των αποφάσεων της ΟΥΕΦΑ να ενισχυθούν οι μεγάλες χώρες, κατά συνέπεια οι κολοσσοί σύλλογοί τους. Οι πρώτες τρεις με τέσσερις ομάδες των μεγάλων χωρών εισέρχονται χωρίς προκριματικούς αγώνες στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ και εσχάτως και του Γιουρόπα Λιγκ. Πράγμα το οποίο έχει δώσει ελπίδες στις κυπριακές ομάδες, αφού αποφεύγουν τα μεγαθήρια, να προκρίνονται και αυτές.

Δεν έχει να κάνει με την πρόοδο του κυπριακού ποδοσφαίρου αλλά αφενός με την κάθοδο 17-18 μη Κύπριων ποδοσφαιριστών μαζί με τον κατάλογο Β και αφετέρου με την αποφυγή στα προκριματικά ομάδων όπως η Μπαρσελόνα, η Μ. Σίτι, η Λίβερπουλ, η Γιουβέντους, η Ρεάλ Μ., η Μπάγερν κ.λπ. Αν δηλαδή από την επόμενη σεζόν η ΟΥΕΦΑ αλλάξει το υφιστάμενο καθεστώς και μπουν όλες αυτές οι ομάδες στα προκριματικά, οι πιθανότητές μας θα εκμηδενιστούν.

Ό,τι ακριβώς ισχύει στα προκριματικά ενός παγκοσμίου κυπέλλου ή ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το Βέλγιο, την Ισπανία, την Ιταλία, έστω τη Ρωσία ή την Ουκρανία. Ο μόνος τρόπος συμμετοχής μας στα τελικά του Γιούρο είναι η πρόσφατη αλλαγή με την κατηγοριοποίηση των εθνικών ομάδων. Η Κύπρος υποβιβάστηκε στην τελευταία και μαζί με τις πιο αδύνατες ομάδες. Ίσως εδώ έχουμε την ευκαιρία μας. Αλλά… ενδεχόμενη πρόκριση δεν σημαίνει ότι ανεβαίνουμε επίπεδο. Κάθε άλλο, κατεβήκαμε για να διεκδικήσουμε τις πιθανότητές μας. Και αν ποτέ τα καταφέρουμε, θα είναι μια τεράστια επιτυχία για τους διεθνείς μας και τη χώρα μας. Δεν θα είναι, ωστόσο, εξ ορισμού ποιοτική άνοδος του ποδοσφαίρου μας. Γιατί από το 1960 τερματίζουμε στην τελευταία ή στην προτελευταία.

Η επιμονή προπονητών, ομοσπονδίας, διεθνών, ακόμη και της πλειονότητας του Τύπου να θέτουν τον πήχη εκεί που ποτέ στο παρελθόν δεν μπορέσαμε να βάλουμε από κάτω μας δεύτερη ομάδα είναι συγκινητική. Μόνο μια φορά καταφέραμε να ξεπεράσουμε δύο ομάδες, όταν αφήσαμε τελευταία τη Γεωργία και ισοβαθμήσαμε με το Μαυροβούνιο στην πρώτη του συμμετοχή το 2010 για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλλου χωρίς πάντως να το κερδίσουμε. Φέραμε δύο ισοπαλίες.

Οπότε είναι άδικο για τους διεθνείς μας να θέλουμε να ανέβουν στο τέταρτο σκαλοπάτι από τη στιγμή που δεν κατάφεραν ποτέ να ανέβουν στο δεύτερο. Το μόνο που μπορούμε να απαιτήσουμε είναι να εκμεταλλευτούμε τον υποβιβασμό μας στο Κύπελλο Εθνών και να μπούμε από το παράθυρο. Για να τα καταφέρουμε πρέπει να τερματίσουμε πρώτοι στον όμιλό μας και να αναδειχθούμε νικητές στα πλέι οφ, κάτι που θα σημαίνει και άνοδό μας στην Γ’ Κατηγορία. Οπότε τέτοιες ευκαιρίες θα τις έχουμε κάθε οχτώ χρόνια αν και εφόσον υποβιβαζόμαστε κάθε φορά στην Δ’ Κατηγορία. Είναι σκληρό, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να αγωνιστούμε σε τελική φάση.