Να ορίζεις έναν διαιτητή σε τρία παιχνίδια μέσα σε 72 ώρες, όπως συνέβη την 24η αγωνιστική με τον Χάνσεν Μόρτεν Κρογκ, δεν είναι διαχείριση, αλλά εξάντληση. Από VARίστας το Σάββατο (Καρµιώτισσα – ΑΕΚ), ξανά VAR την Κυριακή (Οµόνοια Αραδίππου – Εθνικός Αχνας) και διαιτητής τη Δευτέρα (Απόλλων-Ομόνοια). Και η αλήθεια είναι πως ο Δανός, κλήθηκε να πάρει κρίσιμες αποφάσεις υπό καθεστώς σωματικής και κυρίως πνευματικής κόπωσης. Και αυτή δεν είναι η εξαίρεση.
Το ερώτημα είναι σαφές: γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί βλέπουμε ξένους διαιτητές να αλλάζουν γήπεδα και ρόλους μέσα σε ένα τριήμερο έντονης αγωνιστικής δράσης αντί να έχουμε περισσότερους και καταφανώς ποιοτικότερους; Η απάντηση, αν και δυσάρεστη, είναι προφανής. Το αυξημένο κόστος. Προτιμούμε να μειώνουμε τις δαπάνες, παρά να επενδύουμε σε περισσότερες αξιόπιστες «σφυρίχτρες» που θα διασφάλιζαν δίκαιες και καθαρές αποφάσεις. Όμως, το τίμημα αυτής της λογικής είναι βαρύ: οι διαιτησίες συνεχίζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής και τα λάθη να μην μειώνονται.
Δεν είναι αμιγώς θέμα αριθμών, αλλά και ποιότητας. Οι ξένοι διαιτητές που έρχονται κάθε αγωνιστική, δεν είναι στο επίπεδο που απαιτείται. Η Κύπρος δεν γίνεται ο προορισμός των κορυφαίων ή, τουλάχιστον των καλών, αλλά εκείνων που περισσεύουν. Άλλη μία πικρή αλήθεια…
Αν η Ομοσπονδία και πρωτίστως ο Ντομένικο Μεσίνα θέλει πραγματική αναβάθμιση, τότε η λύση δεν είναι να πιέζονται λίγοι διαιτητές στα όριά τους, αλλά να εξασφαλίζεται η παρουσία περισσότερων και καλύτερων. Ας βρούμε τους τρόπους. Οι επιλογές είναι μπροστά μας. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πραγματική διάθεση να τις υλοποιήσουμε.














