Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, η προστασία των ποδοσφαιριστών αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο, ιδιαίτερα με τον αγκώνα, μπορεί να συνιστά σοβαρό παράπτωμα και να επιφέρει ακόμη και αποβολή. Όμως, άλλο η πραγματική επικινδυνότητα μιας ενέργειας και άλλο η προσπάθεια ορισμένων να μετατρέψουν το παραμικρό άγγιγμα σε ποδοσφαιρικό δράμα.
Βλέπουμε ποδοσφαιριστές να δέχονται ένα απρόσεκτο, αλλά όχι βίαιο, χτύπημα στον ώμο ή στο στήθος και να πιάνουν αμέσως το πρόσωπο ή το κεφάλι τους, πέφτοντας στο έδαφος σαν να έχουν δεχθεί πυροβολισμό. Δεν πρόκειται απλώς για υπερβολή. Είναι μια συνειδητή προσπάθεια επηρεασμού του διαιτητή, με στόχο να δημιουργηθεί ένταση, να ασκηθεί πίεση σε σημείο να τιμωρηθεί ο αντίπαλος με κίτρινη ή ακόμη και κόκκινη κάρτα.
Εδώ ακριβώς δοκιμάζονται τα αντανακλαστικά και η προσωπικότητα του διαιτητή. Οφείλει να κρίνει την ίδια την παράβαση και όχι τον θεατρινισμό. Να αξιολογεί τη δύναμη, την πρόθεση, τον τρόπο επαφής και την επικινδυνότητα της ενέργειας, χωρίς να παρασύρεται από κραυγές και μορφασμούς.
Ασφαλώς, κανείς δεν δικαιούται να υποβαθμίζει ένα πραγματικό και βίαιο χτύπημα. Εξίσου, όμως, κανείς δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί τον πόνο ως όπλο εξαπάτησης.
Το ποδόσφαιρο χρειάζεται αυστηρούς διαιτητές, αλλά και δίκαιους ποδοσφαιριστές. Γιατί η δικαιοσύνη στο γήπεδο δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος υποκρίνεται καλύτερα, αλλά από το ποιος παραβιάζει πραγματικά τους κανόνες. Το θέατρο δεν πρέπει να κερδίζει την αλήθεια.





































