Του Δρος Ανδρέα Φάντη*
Διερωτάται ο μέγας Κικέρων εάν η βία καταπολεμείται ή πρέπει να καταπολεμείται με βία. Εγώ προσωπικά είμαι κάθετος και απαντώ όχι, διότι αυτή η μάστιγα που πληγώνει στη συγκεκριμένη περίπτωση τον αθλητισμό, (ομαδικά αθλήματα), δεν είναι μεμονωμένο γεγονός αλλά έχει πολιτικές και πολιτιστικές προεκτάσεις όπως και ρίζες. Το φαινόμενο της βίας αντικατοπτρίζει το επίπεδο πολιτισμού που επικρατεί στον τόπο μας, συνοδευόμενη βέβαια με την αντίστοιχη πολιτιστική «βαθμολογία», η οποία παρεμπιπτόντως είναι λίγο πιο πάνω από τη βάση αυτή τη στιγμή.
Καλοδεχούμενες οι διάφορες εκστρατείες και μέτρα που λαμβάνονται ή προτίθεται να ληφθούν, συνήθως εκ μέρους της Αστυνομίας, τελικά όμως παραμένουν ημιτελή. Περισσότερο θυμίζουν καρδιοχειρουργό, ο οποίος προσπαθεί να μεταμοσχεύσει καρδιά στο φως του κεριού! Γι’ αυτό τον λόγο, είναι λάθος να θεωρούμε ότι η αφαίρεση αυτού του καρκινώματος αφορά αποκλειστικά την Αστυνομία.
Δυστυχώς η μέθοδος που χρησιμοποιεί, σχεδόν πάντοτε η Αστυνομία, είναι η βία, η οποία όμως έχει ως μόνιμο συνοδό την αντιβία, δηλαδή η απάντηση στη βία είναι η αντιβία. «Ab igne ignem» κατά τον Κικέρωνα («από φωτιά, φωτιά») και όχι τη συμμόρφωση. Η παρουσία της Αστυνομίας από μόνη της, δεν πρόκειται να λύσει ριζικά το πρόβλημα, ούτε θα υπάρξει τάξη και πειθαρχία. Σε τέτοιες ανεξέλεγκτες καταστάσεις το δόγμα των Ρωμαίων, «Roma locuta causa finita», («η Ρώμη μίλησε, το θέμα έκλεισε»), δεν ισχύει για μας γιατί είμαστε ανώτεροι των Ρωμαίων.
Για αποτελεσματική αντιμετώπιση της βίας πρέπει εκτός της αστυνομίας, να εμπλακούν ενεργά και τα ίδια τα σωματεία, για να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος. Τις επιπτώσεις αυτής της βίαιης συμπεριφοράς πρέπει να τις «νοιώσουν» τα ίδια τα σωματεία, για να υπάρξει ουσιαστική αντίδραση. Εξ’ άλλου τα σωματεία γνωρίζουν καλύτερα από τους άλλους ποιοι δρουν παρασκηνιακά.
Σημαντικό αν όχι το σημαντικότερο μέτρο κατά της βίας, πρέπει να είναι οι οδυνηρές οικονομικές επιπτώσεις που οφείλουν να έχουν τα σωματεία οι οπαδοί των οποίων επιδίδονται στο «άθλημα της βίας». Η σύλληψη 2-3 ατόμων είναι σταγόνα στον ωκεανό, σε σύγκριση με το τσουνάμι που κατακλύζει τα έκτροπα, χωρίς όμως δυστυχώς να αφυπνίζει, ως έπρεπε, τις διοικήσεις των σωματείων, οι οποίες ως μέτρο αντίδρασης εκδίδουν σωρηδόν ανακοινώσεις, διότι όπως έλεγε και ο Λίβιους, «το χαρτί είναι υπομονετικό». Συχνά η σύλληψη ορισμένων παρανομούντων οδηγεί τους «συμπολεμιστές» τους, σε βίαιες ενέργειες.
Ουσιαστικό μέτρο κατά της βίας θα ήταν π.χ. η επιβολή ψηλού χρηματικού προστίμου, με παράλληλη αφαίρεση βαθμών. Για σωματεία με προϊστορία βίαιης συμπεριφοράς των φιλάθλων τους, η ποινή και τα μέτρα πρέπει να είναι πιο δραστικά, γι’ αυτό το λόγο σε περίπτωση τέτοιου σκηνικού, εισηγούμαι, εκτός των άλλων μέτρων, τη μειωμένη προσέλευση φιλάθλων στους εντός έδρας αγώνων των εμπλεκομένων ομάδων, ένα βήμα που θα έχει σίγουρα αρνητικές συνέπειες, διότι αφ’ ενός τα έσοδα θα είναι μειωμένα, αφ‘ ετέρου η μειωμένη στήριξη της ομάδας, εκ μέρους των οπαδών της, θα είναι αισθητή και θα έχει αρνητική επίδραση στην απόδοση των ποδοσφαιριστών.
Επιτακτική ανάγκη είναι επίσης η αγαστή, συνεχής και αρμονική συνεργασία των σωματείων με τα σώματα των οργανωμένων φιλάθλων, ούτως ώστε να μπορούν να λαμβάνονται, έγκαιρα προληπτικά μέτρα. Σε τελική ανάλυση οι οργανωμένοι φίλαθλοι θα πρέπει να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των σωματείων. Επιπρόσθετο και υποβοηθητικό μέτρο, είναι ο έγκαιρος και ακριβής έλεγχος του γηπέδου (κερκίδες, αποδυτήρια κλπ) από την αστυνομία με συμμετοχή της διεύθυνσης του σταδίου για ανίχνευση παράνομων αντικειμένων.
Εν κατακλείδι ισχυρίζομαι και θεωρώ, ως την πλέον αποτελεσματική καταπολέμηση της βίας, την αναγκαία και στενή συνεργασία της αστυνομίας με τα σωματεία, διότι πρέπει, αν είναι δυνατό, η λύση να είναι ριζική, αλλιώς κατά τον Τάκιτους «damna, damnis continuatur», («το έγκλημα ακολουθείται από έγκλημα»). Βέβαια σαν τελικό αλλά ριζικό μέτρο, είναι η διαγραφή των συνεχώς παρανομούντων σωματείων από τις διάφορες ομοσπονδίες (ποδόσφαιρο, καλαθόσφαιρα, πετόσφαιρα κλπ).
*Ο Δρ Ανδρέας Φάντης είναι πρώην μέλος της διοίκησης της Ομόνοιας.














