Στημένα και κατεστημένα

TOY ΜΑΡΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Πριν από ένα περίπου χρόνο, στις 14 Απριλίου του ’19, με αφορμή τότε την πολύκροτη υπόθεση «Ουζόχο», έγραφα για τα τεκταινόμενα στο κυπριακό ποδόσφαιρο, σχετικά με τα σκάνδαλα που ταλανίζουν το άθλημα και έκανα και μια σημαντική σύγκριση με ένα άλλο παρόμοιο σκάνδαλο το Calciopoli. Όμοιο βέβαια ως προς τη φύση του και όχι ως προς την έκταση και αντιμετώπισή του.

Γιατί, το Calciopoli διαδραματίστηκε σε μια χώρα μεγάλη ποδοσφαιρικά και πληθυσμιακά και εξιχνιάστηκε σε χρόνο μηδέν και όχι σε μια γειτονιά που η λογική λέει θα έπρεπε να ήταν πολύ πιο εύκολη η εξιχνίασή του. Τότε έγραφα για την κωλυσιεργία που είχε παρατηρηθεί, η οποία ήταν εμφανής για μια τόσο ασήμαντη στο είδος της υπόθεση, με αποτέλεσμα να διχάσει τον φίλαθλο κόσμο. Πάμε λοιπόν να ξαναδούμε τα γεγονότα από την ιστορία του Calciopoli, το σκάνδαλο που συντάραξε μια από τις ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις του πλανήτη, την Ιταλία.

«Πέντε ημέρες μετά τον θρίαμβο του Βερολίνου και την κατάκτηση του τέταρτου Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006, έρχεται η… κατραπακιά για ένα λαό που λατρεύει τη στρογγυλή θεά! Οι εισαγγελείς ανακοινώνουν την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με το φοβερό και τρομερό σκάνδαλο «Calciopoli» που είχε συγκλονίσει τη χώρα και έχει συνταράξει τα θεμέλια σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα του κόσμου. Οι καμπάνες βαριές, σε πρωτοκλασάτες, ιστορικές ομάδες, μεταξύ των οποίων και ο υποβιβασμός της Γιουβέντους!

Ουσιαστικά το Calciopoli αναδύθηκε στην επιφάνεια τον Μάη του 2006, από την ιταλική Αστυνομία, η οποία για ένα διάστημα δύο μηνών είχε αναλάβει μέσω τοποθέτησης κοριών να παρακολουθεί και να απομαγνητοφωνεί τηλεφωνικές συνομιλίες συγκεκριμένων ανθρώπων που εμπλέκονταν στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Ούτε ένα ούτε δύο, συνολικά 34 ήταν τα παιχνίδια που απέκτησαν δίπλα τους την ονομασία «ύποπτο»!

Τι και αν συνέθεταν τη στατιστική πλευρά του Calciοpoli εισαγγελίες έξι ιταλικών πόλεων, κάπου 2.400 σελίδες δικογραφίας (που στηρίζονταν σε 10.000 ντοκουμέντα) αλλά και κλήσεις 49 ατόμων που εμπλέκονταν στην υπόθεση; Μέσα σε 40 ημέρες (4 Ιουνίου-14 Ιουλίου) η απόφαση πάρθηκε! Μόλις 10 ημέρες από τις προτάσεις του Στέφανο Παλάτσι (εισαγγελέα της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας) για τους εμπλεκομένους, οι πρωτόδικες αποφάσεις διαβάστηκαν από τα χείλη του προέδρου της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εφέσεων, Τσέζαρε Ρουπέρτο, στις 14 Ιουλίου 2006 με το άκουσμά τους να προκαλεί πάταγο.

Οι σημαντικότερες τιμωρίες των ομάδων για το σκάνδαλο:
> Γιουβέντους: Υποβιβασμός στη Serie B και ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 2006-07, με -9 βαθμούς.

> Φιορεντίνα: Έμεινε στη Serie A αλλά ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 2006-07, με -15 βαθμούς.

> Λάτσιο: Έμεινε εκτός Κυπέλλου UEFA, καθώς της αφαιρέθηκαν 30 βαθμοί από το πρωτάθλημα 2005-06 και ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 2006-07, με -3 βαθμούς.

> Μίλαν: Έχασε το δικαίωμα της παρουσίας της στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ και υποχρεώθηκε να δώσει προκριματικά, αφού της αφαιρέθηκαν 30 βαθμοί από το πρωτάθλημα του 2005-06. Ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 2006-07, με -8 βαθμούς.

> Ρετζίνα: Διατηρήθηκε στη Serie A, αλλά ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 2006-07, με -11 βαθμούς.

> Αρέτσο: Έμεινε στη Serie B, αλλά ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 2006-07, με – 6 βαθμούς.
Επιπλέον, πολλοί παράγοντες τιμωρήθηκαν από την αθλητική δικαιοσύνη με διάφορες ποινές ακόμη και με φυλάκιση.

Όλα αυτά κράτησαν, επαναλαμβάνω, μόλις 40 ημέρες και η χρονιά για το νέο πρωτάθλημα ξεκίνησε κανονικά. Στον επίλογο του άρθρου είχα εκφράσει την απορία: «Αν στη δικιά μας περίπτωση ένα τέτοιο σκάνδαλο έβγαινε στη φόρα ποια θα ήταν η κατάληξη;». Και να ‘μαστε εδώ!… Σήμερα βγαίνουν στη φόρα όλα όσα συνέβαιναν τόσα χρόνια και προφανώς λόγω της πίεσης από την ΟΥΕΦΑ. Και όταν λέμε βγαίνουν… φυσικά εννοείται ο καπνός γιατί, τη φωτιά δεν ξέρουμε αν τελικά τη δούμε…

Το νομικό πλαίσιο του συστήματός μας προφανώς είναι τέτοιο που εμποδίζει ή περιπλοκοποιεί τη διαδικασία διαλεύκανσης κάποιων υποθέσεων. Υπάρχει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εγκληματική ενέργεια και των μέσων χρησιμοποίησης για την εξιχνίασή της, τα οποία θεωρούνται παράνομα, με αποτέλεσμα ο σκοπός να μην αγιάζει τα μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, για παράδειγμα, οι «κόκκινοι φάκελοι» και οι καταγγελίες – να το τονίσουμε, οι σοβαρές – είναι απλά ενδείξεις. Για να τεκμηριωθούν και να αποτελέσουν αποδείξεις στοιχειοθετώντας το έγκλημα θα πρέπει να διερευνηθούν ενδελεχώς από την Αστυνομία σε κάποιες περιπτώσεις και με «αθέμιτα» ακόμη μέσα για να καταφέρει να βρει τα πειστήρια εκείνα τα οποία θα στοιχειοθετούν υπόθεση και κατ’ επέκταση να της επιτρέπει να σύρει στο εδώλιο του δικαστηρίου, τους τυχόν ενόχους με επιτυχή κατάληξη. Αυτό έγινε στην Ιταλία. Στην Κύπρο; Χαρακτηριστική η δήλωση του Αρχηγού Αστυνομίας ότι με βάση τις καταγγελίες που έγιναν και με βάση τη νομοθεσία μας, δεν μπορέσαμε να στοιχειοθετήσουμε ποινικές υποθέσεις εναντίον προσώπων.

Από τη στιγμή λοιπόν που η νομοθεσία δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση κάποιων μέσων, τα οποία θεωρεί αθέμιτα, προφανώς δένει τα χέρια της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα το έγκλημα να διαπράττεται κατ’ εξακολούθηση. Για να εξηγούμαι και να μην παρεξηγούμαι, τα αθέμιτα αυτά μέσα εννοείται στο τέλος να μην καταλήγουν προϊόν κατάχρησης από όλες τις απόψεις. Αυτό εναπόκειται στους αρμόδιους και τις ασφαλιστικές δικλείδες που θα προνοήσει ο νομοθέτης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ