Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ξένων αρχιδιαιτητών. Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια χαμένων ευκαιριών. Το κυπριακό ποδόσφαιρο δεν έχει απλώς αποτύχει να λύσει το διαιτητικό του ζήτημα – έχει συμβιβαστεί με την ανικανότητα να το κάνει.
Το μοντέλο του ξένου επικεφαλής εφαρμόζεται αδιάκοπα από το 2011, με εναλλαγή ονομάτων, αλλά σταθερά απογοητευτικό αποτέλεσμα. Ρέικβαρτ, Σνόντι, Λαγιέκ, Μάζιτς, Μεσίνα. Όλοι πέρασαν, όλοι κρίθηκαν ανεπαρκείς, όλοι αποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους το απόλυτο τίποτα.
Μήπως, όμως, το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ εκείνοι; Όταν η διαιτησία ενός πρωταθλήματος βρίσκεται μόνιμα στο στόχαστρο, όταν κάθε σφύριγμα συνοδεύεται από αμφισβήτηση, όταν η έννοια της αξιοπιστίας είναι κενό γράμμα, η συζήτηση πρέπει να ξεφύγει από πρόσωπα και να στραφεί στην πραγματικότητα.
Και η πραγματικότητα είναι πως οι Κύπριοι διαιτητές, παρότι είχαν στη διάθεσή τους πάνω από μια δεκαετία για να εξελιχθούν, παραμένουν στάσιμοι. Δεν υπάρχει καμία πρόοδος, καμία ουσιαστική βελτίωση. Οι ίδιες αδυναμίες, οι ίδιες λανθασμένες αποφάσεις, η ίδια αναποτελεσματικότητα.
Το ξένο πείραμα στην… κορυφή απέτυχε γιατί εφαρμόστηκε σε «σάπιο υπόβαθρο». Οι Κύπριοι διαιτητές δεν δικαίωσαν καμία προσδοκία, δεν έδειξαν καμία διάθεση να υπερβούν τις ελλείψεις τους, δεν αξιοποίησαν τις ευκαιρίες. Το αποτέλεσμα; Ένα πρωτάθλημα όπου η διαιτησία δεν είναι ποτέ μέρος της λύσης – είναι πάντα μέρος του προβλήματος. Και όσο αυτή η πραγματικότητα παραμένει, καμία αλλαγή ονόματος δεν πρόκειται να κάνει τη διαφορά.














