Μερκής: «Στεναχώρησα ανθρώπους που με αγαπούσαν, κάναμε λάθος και οι δυο»

Συνέντευξη στην ιστοσελίδα «intothesports» παραχώρησε ο Γιώργος Μερκής. Ο έμπειρος αμυντικός του ΑΠΟΕΛ είπε πολλά ενδιαφέροντα, μεταξύ αυτών για τις επιτυχίες που γνώρισε έως σήμερα ως ποδοσφαιριστής, για τη πολυσυζητημένη μετεγγραφή του από τον Απόλλωνα στον ΑΠΟΕΛ, για το πρωτάθλημα που διεκόπη λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, για το πρόβλημα της προσέλευσης του κόσμου στα γήπεδα και πολλά άλλα.

Ακολουθεί αυτούσια η συνέντευξη του 35χρονου στόπερ:

-Αναμφισβήτητα, είσαι ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές στην Κύπρο. Τι σε έκανε να ασχοληθείς με το ποδόσφαιρο και να είσαι τόσο επιτυχημένος ποδοσφαιριστής;
«Εκτός του ότι ο πατέρας μου ασχολείτο με τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο, ήταν και ποδοσφαιριστής και προπονητής. Ήθελε και εκείνος να γίνω ποδοσφαιριστής, αλλά και εγώ από μικρός ήμουν με μια μπάλα στο χέρι. Πιο παλιά δεν υπήρχαν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και σχεδόν η πλειοψηφία των αγοριών ήθελαν να γίνουν ποδοσφαιριστές. Αυτός ήταν ο λόγος. Πλέον, αυτό το πράγμα δεν ισχύει καθώς υπάρχουν πλέον και άλλα αθλήματα. Πολλοί θέλουν να ασχοληθούν με το τένις, την καλαθόσφαιρα, το κολύμπι, το καράτε ενώ μπορεί και να μην θέλουν καν να ασχοληθούν καθόλου με τον αθλητισμό».

-Εάν δεν ακολουθούσες το ποδόσφαιρο, που πιστεύεις ότι θα σε βλέπαμε σήμερα;
«Δεν είχα κάποιον άλλο στόχο από τα 6 μου από όπου ξεκίνησα στην ακαδημία του Απόλλωνα ως ποδοσφαιριστής. Γενικά, σ’ όλη μου την διαδρομή, ο στόχος μου ήταν να πετύχω ως ποδοσφαιριστής και ευτυχώς τα κατάφερα. Εάν δεν τα κατάφερνα, δεν μπορώ να φανταστώ τι θα έκανα. Σίγουρα, θα έκανα κάτι που θα είχε σχέση με τον αθλητισμό. Μπορεί να προσπαθούσα να γίνω γυμναστής ή κάτι που να έχει σχέση με τον αθλητισμό».

-Ποδοσφαιρικό σου είδωλο ποιο είναι;
«Ποδοσφαιρικό μου είδωλο ήταν κάποτε ο Μάρκο Ματεράτσι. Ήταν πολύ σκληρός αμυντικός, είχε μια τρέλα, αλλά, από τους πιο καινούριους τώρα είναι ο Φαν Ντάικ και ο Σέρχιο Ράμος, οι οποίοι έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ο καθένας. Ο ένας είναι πιο χαμηλός σε ύψος, αλλά, έχει όλα τα ποδοσφαιρικά προσόντα. Ο Φαν Ντάικ έχει τα πάντα. Την ταχύτητα, το ύψος και την τεχνική κατάκτηση. Για εμένα, αυτός είναι πιο ολοκληρωμένος σαν ποδοσφαιριστής γιατί ο αμυντικός κατά την άποψη μου χρειάζεται το ύψος λόγω του ότι στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, τα περισσότερα γκολ μπαίνουν από στατικές φάσεις που υπάρχουν πολλές σέντρες στις περιοχές. Οι επιθετικοί, από την άλλη, είναι “κίλερς”, και έτσι γενικά χρειάζεται το ύψος».

-Πως βίωσες την μετεγγραφή σου από τον Απόλλωνα στον ΑΠΟΕΛ;
«Ήταν μια δύσκολη περίοδος γιατί ήμουν σχεδόν μέχρι τα 31 μου στον Απόλλωνα. Λόγω κάποιων διαφωνιών που είχα με τον Απόλλωνα, διαχειριστήκαμε και οι δυο την περίπτωση λάθος. Νομίζω είχαμε την ευθύνη και οι δυο. Δεν ήταν πρόθεση μου να φύγω. Ήταν μια δύσκολη απόφαση. Από τον πρώτο κιόλας καιρό μέχρι και σήμερα, κάποιες φορές στεναχωριέμαι αφού στεναχώρησα κάποιους ανθρώπους που με αγαπούσαν, πολύ κόσμο ο οποίος πίστευε ότι εγώ είμαι η σημαία της ομάδας. Γενικά πιστεύω ότι αν ήμασταν πιο ψύχραιμοι όσο εγώ τόσο και η διοίκηση της ομάδας, θα μπορούσε να ήμουν εκεί ακόμη. Δεν θέλω να κοιτάζω πίσω. Το ότι μεταγράφηκα στον ΑΠΟΕΛ ήταν στο τέλος της ημέρας μια πολύ καλή επιλογή για εμένα γιατί κατέκτησα 4 πρωταθλήματα, κατάφερα να αγωνιστώ στο Τσάμπιονς Λιγκ, πήγαμε στους “16” του Γιουρόπα Λιγκ, ξανά στους “32” του Γιουρόπα Λιγκ, πήρα και ένα Σούπερ Καπ. Γνώρισα επιτυχίες και ακόμη μεγαλύτερη αναγνώριση από αυτήν που πήρα στον Απόλλωνα. Έζησα πράγματα που ο κάθε ποδοσφαιριστής θα ήθελε να ζήσει σε όλη του την καριέρα. Είμαι ευγνώμων. Είμαι ευγνώμων τόσο που είμαι στην ομάδα του ΑΠΟΕΛ, όσο και στον κόσμο για την αγάπη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που μου έδειξαν. Έτσι, προσπαθώ και εγώ με τον τρόπο μου να δουλεύω, ώστε να δίνω τον καλύτερο μου εαυτό και να δικαιώνω τους ανθρώπους που κακά τα ψέματα… έκαναν μια μεταγραφή ενός παίκτη που ήταν 8 μήνες σε αποχή από τραυματισμό και που δεν ήξεραν εάν θα τους έβγαινε».

-Η περασμένη σεζόν ήταν μια από τις καλύτερες ποδοσφαιρικές σεζόν όπου ο φίλαθλος και ο ποδοσφαιρικός κόσμος βίωσε τα τελευταία χρόνια. Ποια τα δικά σου σχόλια για την περασμένη σεζόν παρόλο που δεν ολοκληρώθηκε;
«Το λυπηρό είναι ότι δεν ολοκληρώθηκε. Άρχισε μια συναρπαστική περίοδος, αλλά δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί. Είναι λυπηρό και στενάχωρο γιατί δεν καταφέραμε να το τελειώσουμε λόγω, κορωνοϊού, άλλων κίνδυνων και πολλών άλλων πραγμάτων. Πάρθηκε μια απόφαση, καλώς ή κακώς, και έτσι, έπρεπε να διακοπεί το πρωτάθλημα. Ήταν όντως ένα συναρπαστικό πρωτάθλημα, όλοι περίμεναν ότι ο ΑΠΟΕΛ και ο Απόλλων θα πρωταγωνιστήσουν μόνο αυτοί ξανά, και είδαμε την Ανόρθωση και την Ομόνοια να κάνουν, ας το πούμε, μια «μικρή έκπληξη» και να δημιουργούν μια δυνατή ομάδα. Και οι δύο τους μπήκαν σφήνα και στο τέλος υπήρχε μια διεκδίκηση του πρωταθλήματος από 4 ομάδες, δηλαδή, είχαν παραμείνει 9 παιχνίδια και μπορούσε ακόμη και ο Απόλλων που ήταν τέταρτος να πάρει το πρωτάθλημα. Η ΑΕΛ ήταν μια σταθερή ομάδα όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, ήταν μέσα στην εξάδα και έψαχνε να ήταν μέσα στο κύπελλο. Επομένως, θα μπορούσε και εκείνη να το κερδίσει. Η ΑΕΚ είχε κάποια μικροπροβλήματα, αλλά προς το τέλος, άρχισε να ήταν και εκείνη μια καλή ομάδα. Οι ομάδες προς τα κάτω, για παράδειγμα ο Εθνικός Άχνας έκανε πολλές επιδείξεις. Εγώ περίμενα ότι μπορούσε να ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα ενός χεριού οι βαθμοί που θα έπαιρνε πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα, αλλά, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη και είμαι χαρούμενος γιατί, οι ομάδες του Β γκρουπ είχαν αρκετούς Κύπριους ποδοσφαιριστές και νεαρούς που έδειξαν ότι υπάρχει και ταλέντο. Έδωσαν πολλές ευκαιρίες. Ελπίζω να συνεχιστεί αυτό το πράγμα. Εν κατακλείδι, είχε αρκετές ομάδες που ήταν αξιόλογες».

-Αν είχες την ευκαιρία να αγωνιστεί ξανά σε έναν από τους αγώνες που έπαιξες στην ζωή σου, ποιον θα επέλεγες να ξαναζήσεις;
«Στα παιχνίδια που αγωνίστηκα είχε πολλούς αγώνες που μου έμειναν αξέχαστοι, αλλά εάν θα έπρεπε να αγωνιστώ ξανά σε έναν αγώνα, λόγω, του γηπέδου και της ατμόσφαιρας θα ήθελα να αγωνιστώ ξανά ενάντια στην Ντόρτμουντ μέσα στην έδρα της. Ήταν ένα εξαιρετικό γήπεδο, ήταν γεμάτο το στάδιο, ήταν μια δύσκολη έδρα και καταφέραμε να πιάσουμε και αποτέλεσμα. Να φανταστείτε ομάδες πιο μεγάλης κλάσης από τον ΑΠΟΕΛ, πιο υψηλού επιπέδου, δυσκολεύονται και κάποτε δεν παίρνουν αποτέλεσμα μέσα στην έδρα της Ντόρτμουντ».

-Είναι γνωστό τα τελευταία χρόνια το πρόβλημα της προσέλευσης του κόσμου στα γήπεδα. Ως ποδοσφαιριστής και γενικά ως αθλητής, πώς σας επηρεάζει αυτό το πρόβλημα σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές;
«Μας στεναχωρεί πάρα πολύ γιατί, εκτός του ότι αγωνιζόμαστε για εμάς, τις οικογένειες μας, για το συμβόλαιο μας, τα λεφτά, αγωνιζόμαστε για τον κόσμο. Είναι πολύ λυπηρό που οι κερκίδες είναι σχεδόν άδειες. Ακόμα και αυτόν τον λίγο κόσμο για εμάς, θεωρούμε ότι είναι άδειες. Θα μιλήσω για την ομάδα μου, τον ΑΠΟΕΛ που Ήμασταν συνηθισμένοι να έχουμε μέσο όρο κοντά στις 7-8 χιλιάδες, στα ντέρμπι από 12 μέχρι 14 χιλιάδες, στα ευρωπαϊκά μπορεί και 18 μέχρι 20 χιλιάδες. Το να αγωνίζεσαι με 2-3 είναι πολύ λυπηρό και εμάς ως ποδοσφαιριστές μας φαίνεται σαν φιλικός αγώνας. Φεύγουν κάποιες φορές κάποια κίνητρα. Ακούς τον κόσμο που μιλά, ακούς τους αντιπάλους, τους προπονητές. Δεν είναι ατμόσφαιρα αυτό το πράγμα. Τώρα, εάν φταίει η κάρτα και δεν έρχονται… εάν ο κόσμος έχει κουραστεί με τα διάφορα που γίνονται στο Κυπριακό ποδόσφαιρο δεν μπορώ να το γνωρίζω, αλλά πραγματικά είναι λυπηρό γιατί, κάθε πέρσι σε θέμα προσέλευσης κόσμου ήταν και καλύτερα. Εάν πάμε να το πιάσουμε πριν το 2010 και δούμε φωτογραφίες και βίντεο, βλέπουμε τα γήπεδα γεμάτα. Βλέπαμε τελικούς κυπέλλου με 20 χιλιάδες κόσμο και ο κόσμος να παρακαλεί να πιάσει εισιτήριο και να μην βρίσκει. Αναγκάζονταν κάποιοι να κάνουν και παρανομίες με πλαστά εισιτήρια για να πάνε στο γήπεδο ενώ, τώρα, μπορεί να παίζει ένας τελικός κυπέλλου με πιο λίγα εισιτήρια και να μην εξαντλούνται καν ή κάποιοι να παίρνουν εισιτήρια και να μην πηγαίνουν».

-Μέσα στις προσωπικές σου διακρίσεις με τον ΑΠΟΕΛ κατάφερες να προσθέσεις ακόμη 4 πρωταθλήματα. Ποιο ήταν για εσένα το πιο δύσκολο;
«Όλα είχαν την δική τους δυσκολία. Το πιο δραματικό που ήρθε μπορώ να πω ήταν αυτό που παίζαμε στην τελευταία αγωνιστική με την Ανόρθωση, που σκόραρε ο Ποτέ στο 88′. Νιώθαμε ότι χάναμε την γη κάτω από τα πόδια μας. Ήμασταν, δηλαδή, 4-5 λεπτά μακριά από την επιτυχία ή την αποτυχία. Ήταν το πιο δραματικό, το πιο ψυχοφθόρο, το πιο δύσκολο για την δεδομένη στιγμή, αλλά, σαν πρωταθλήματα… Για παράδειγμα, την πρώτη χρονιά που πήγα στον ΑΠΟΕΛ τον Ιανουάριο, η ομάδα αγωνιζόταν με τον Άρη στην Λεμεσό και ήταν 10 πόντους πίσω από την ΑΕΚ. Ήταν ο δεύτερος γύρος και έπρεπε να καλύψει μια διαφορά. Τελείωσε το πρωτάθλημα και το πήραμε με 6-7 πόντους διαφορά από την ΑΕΚ. Και τα 4 πρωταθλήματα που πήρα με τον ΑΠΟΕΛ, δεν ήταν κάποιο που λες… «εύκολα πιάστηκε». Μέχρι τις 3 τελευταίες αγωνιστικές είχαν τη δική τους δυσκολία όλα».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ