Ο θόρυβος για τις οφειλές των ποδοσφαιρικών σωματείων προς το κράτος ήταν κάθε τρεις και λίγο στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας τους τελευταίους μήνες. Πρωτοσέλιδα, δημόσιες αντιπαραθέσεις, πολιτικές παρεμβάσεις· το ποδόσφαιρο βρέθηκε για άλλη μια φορά στο στόχαστρο. Στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της ΚΟΠ, ο πρόεδρος Χάρης Λοϊζίδης ήταν ιδιαίτερα καυστικός στην τοποθέτησή του για το πολύκροτο αυτό ζήτημα.
Υπενθύμισε ότι τα σωματεία κατέληξαν σε συμφωνία με το Υπουργείο Οικονομικών και τον Έφορο Φορολογίας, δείχνοντας πως αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις τους. Όμως, δεν έμεινε εκεί. Αφού υπογράμμισε ότι οι οφειλές των σωματείων δεν πρέπει να υποτιμηθούν, τόνισε πως είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα 3,1 δισεκατομμύρια ευρώ των ανείσπρακτων εσόδων του κράτους, όπως κατέγραψε ο Γενικός Ελεγκτής. Μια σύγκριση που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό όσους υποστηρίζουν ότι υπάρχει επιλεκτική στοχοποίηση του ποδοσφαίρου.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα σωματεία οφείλουν να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους – αυτό είναι αυτονόητο. Το ζητούμενο είναι όσοι δεν ανταποκρίνονται να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Το ερώτημα είναι γιατί δεν υπάρχει ανάλογος ζήλος και επιμονή όταν πρόκειται για μεγάλες εταιρείες ή ισχυρούς οικονομικούς παίκτες. Γιατί το ποδόσφαιρο να είναι ο εύκολος στόχος, ενώ οι μεγαλύτεροι οφειλέτες παραμένουν στο απυρόβλητο;
Η παρέμβαση Λοϊζίδη δεν δικαιώνει ούτε αθωώνει κανένα σωματείο για τα «στοιβαγμένα» χρέη στον φόρο εισοδήματος. Υπενθυμίζει, όμως, μια αλήθεια που συχνά αποσιωπάται. Αν η πολιτεία θέλει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της, πρέπει να κοιτάξει προς τα «μεγάλα πορτοφόλια» και όχι να εξαντλεί την αυστηρότητά της στο ποδόσφαιρο.














