Στο ποδόσφαιρο, η αμυντική κατάρρευση δεν είναι ποτέ προϊόν τύχης ή γκίνιας. Είναι επανάληψη. Είναι συνήθεια. Είναι το σύνολο λαθών που δεν διορθώθηκαν όταν έπρεπε, η ανοχή σε συμπεριφορές που εκθέτουν την ομάδα και η αδυναμία του πάγκου να επιβάλει τάξη, πειθαρχία και προσανατολισμό. Στον φετινό ΑΠΟΕΛ, και ιδιαίτερα στον ΑΠΟΕΛ εντός του 2026, αυτό το πρόβλημα (βροντο)φωνάζει σχεδόν πέντε μήνες. Μία άμυνα… σύννεφο. Χωρίς βάρος, χωρίς αντίσταση, χωρίς ανάχωμα. Αμυνα για κλάματα…
Δεν μιλάμε για μία κακή βραδιά. Δεν μιλάμε για μία άτυχη στιγμή. Μιλάμε για ομάδα που δέχεται γκολ με τρόπους επαναλαμβανόμενους: χαμένες αποστάσεις, παθητικά μαρκαρίσματα, αργές αντιδράσεις, έλλειψη αποφασιστικότητας, αμυντική λειτουργία χωρίς συνοχή. Και όταν αυτά εμφανίζονται ξανά και ξανά, η ευθύνη δεν σταματά στους ποδοσφαιριστές. Ανεβαίνει ευθέως στον προπονητή.
Ο ΑΠΟΕΛ κράτησε το μηδέν μόλις σε τρία παιχνίδια μέσα στο τρέχον έτος, 90λεπτα που δέχθηκε φάσεις για να τον πληγώσουν. Την ίδια ώρα, στα μεγάλα ματς, απέναντι σε αντιπάλους με ποιότητα και ένταση, η αμυντική εικόνα μοιάζει εύθραυστη, σχεδόν προαναγγελτική της ζημιάς. Επτά γκολ σε δύο ματς με τον Απόλλωνα, δύο από την Ομόνοια μέσα σε λίγα λεπτά, συνολικά 29 παθητικό σε 17 αγώνες. Αυτοί οι αριθμοί «κολλούν» μόνο σε ομάδες με παντελώς αντίθετους στόχους.
Οταν ο προπονητής βλέπει το πρόβλημα, το παραδέχεται, αλλά η εικόνα χειροτερεύει, τότε δεν υπάρχει άλλοθι. Υπάρχει αδυναμία παρέμβασης. Και σε έναν σύλλογο όπως ο ΑΠΟΕΛ, αυτή η αδυναμία δεν κρύβεται. Πληρώνεται ακριβά και παρασύρει.














