Τραπεζούντα… 15 χρόνια μετά, μέσα από τα μάτια ενός οπαδού

Ιστορική είναι η σημερινή ημέρα για την Ανόρθωση και το κυπριακό ποδόσφαιρο. 15 χρόνια, στις 3 Αυγούστου 2005 η ομάδα της Αμμοχώστου πέτυχε μια τεράστια πρόκριση επί της Τραπεζούντας παρά την ήττα με 1-0 εκτός έδρας. Μια επιτυχία που πανηγυρίστηκε έξαλλα από ολόκληρη τη φίλαθλη Κύπρο.

Η ιστοσελίδα της Ανόρθωσης παρουσιάζει συνέντευξη του Μάριου Μιχαήλ, ο οποίος ήταν ένας από τους ηρωικούς οπαδούς της προσφυγικής ομάδας που ταξίδεψαν στην Τραπεζούντα και έζησαν από πρώτο χέρι τα όσα συνέβησαν εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου.

Διαβάστε επίσης: Ανόρθωση: Tο έπος της Τραπεζούντας όπως το κατέγραψε ο «Φιλελεύθερος»

Αναλυτικά η ανάρτηση στην επίσημη ιστοσελίδα της Ανόρθωσης

– Όταν ανακοινώθηκε το παιχνίδι μεταξύ Ανόρθωσης και Τράμπζονσπορ, πως αισθάνθηκες;

«Την ημέρα που έγινε η κλήρωση βρισκόμουν εφεδρεία στον στρατό και ακούγαμε από το ραδιόφωνο τη διεξαγωγή της κλήρωσης. Με το άκουσμα του αποτελέσματος, ένα ρίγος μας διαπέρασε, μιας και ήταν η πρώτη φορά που θα παίζαμε με τουρκική ομάδα και μάλιστα, λόγω των συνθηκών της προσφυγιάς. Τα τηλέφωνα έδιναν και έπαιρναν μεταξύ φίλων και γνωστών για να μοιραστούμε το νέο και για να ξεκινήσουν οι προετοιμασίες για το παιχνίδι».

– Πώς βίωσες τον πρώτο αγώνα που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο;

«Οι προετοιμασίες άρχισαν μέρες πριν τον αγώνα, αφού ο ενθουσιασμός του κόσμου ήταν μεγάλος. Την ημέρα του παιχνιδιού επικρατούσε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, αφού κατευθυνόμενοι από τη Λάρνακα προς τη Λευκωσία υπήρχε κοσμοσυρροή από τον κυκλικό κόμβο της Ριζοελιάς, πράγμα που αποδείκνυε ότι η κινητοποίηση του κόσμου της Ανόρθωσης για τον συγκεκριμένο αγώνα ήταν τεράστια. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα. Παίχτες και κόσμος έγιναν ένα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας έκλαιγαν από συγκίνηση, αφού η ομάδα μάς χάρισε μια τεράστια νίκη με σκορ 3-1. Οι πανηγυρισμοί που ακλούθησαν δεν περιγράφονται».

– Πώς προέκυψε να πας στην Τουρκία; Ήταν εύκολη η απόφαση για εσένα;

«Με τη λήξη του πρώτου παιχνιδιού ήδη μου μπήκε η ιδέα, χωρίς να τη μοιραστώ με κανέναν και την επόμενη μέρα ξεκίνησα διαδικασίες για να δω τι χρειαζόταν. Τα εισιτήρια θα έβγαιναν σε λίγες μέρες και εκείνη τη μέρα από τις 8 το πρωί. τηλεφωνούσα για να κλείσω μια θέση. Μόλις εξασφάλισα θέση, τότε ανακοίνωσα ότι θα πάω και έμαθα ότι μέσα σε δύο ώρες οι θέσεις εξαντλήθηκαν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη στιγμή που το ανέφερα στους γονείς μου. Η μητέρα μου παρ’ ολίγον να πάθει καρδιακό, ενώ ο πατέρας μου μου είπε: «Εσύ πληρώνεις για να πας, εγώ πήγα δωρεάν», αφού έκανε αιχμάλωτος στα Άδανα».

– Πώς ήταν η ατμόσφαιρα όταν φτάσατε στο αεροδρόμιο;

«Ήρθαν από το σπίτι δύο φίλοι μου -σήμερα πρωτοκουμπάροι μου- και με συνόδευσαν στο αεροδρόμιο όπου αντίκρισα για πρώτη φορά με ποιους θα ταξίδευα. Βρήκα κάποιους γνωστούς, αλλά οι πλείστοι ήμασταν άγνωστοι μεταξύ μας. Βέβαια, αργότερα όλοι μας θα αποτελούσαμε ξεχωριστό κομμάτι στη μεγαλύτερη επιτυχία του κυπριακού αθλητισμού. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι η χερσόνησος της Καρπασίας αποτελούσε τον κύριο όγκο των ταξιδιωτών στην Τουρκία. Μαζί μας ταξίδεψαν ένας φίλαθλος του ΑΠΟΕΛ και δύο αδέλφια της Σαλαμίνας».

– Αφίχθηκες στην Τουρκία. Περιέγραψε την εμπειρία σου εκεί.

«Από τη Λάρνακα κάναμε στάση στη Σύρια με τελικό προορισμό την Τραπεζούντα. Η ταλαιπωρία ήταν αρκετά μεγάλη. Περιμέναμε τη σειρά μας για να μας εκδώσουν μια «βίζα» με το αντίτιμο των τριάντα ευρώ, που στην ουσία ήταν ένα πρόχειρο άσπρο χαρτί με μια σφραγίδα επάνω λόγω της μη αναγνώρισης της Κ.Δ. Έξω από το αεροδρόμιο υπήρχε ένας αριθμός Τούρκων που κάτι φώναζαν στη γλώσσα τους. Την πρώτη νύχτα, μετέφεραν μερικούς σε ένα ξενοδοχείο λίγο έξω από την πόλη, γιατί όπως πληροφορηθήκαμε δεν υπήρχε διαθεσιμότητα στο ξενοδοχείο. Την επομένη μέρα μεταφερθήκαμε κι εμείς στο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης».

– Μοιράσου μαζί μας μερικά περιστατικά που σου έκαναν εντύπωση κατά την παραμονή σου στην Τουρκία.

«Κατ’ αρχάς, όπως είχαμε ενημερωθεί, έπρεπε να είμαστε όλοι πολύ προσεκτικοί και να μην κυκλοφορούμε αρκετά άτομα μαζεμένα, γιατί η Τραπεζούντα ως γνωστόν είναι ένα από τα προπύργια των γκρίζων λύκων. Ένα περιστατικό που μου έμεινε χαραγμένο στο μυαλό με την πάροδο δεκαπέντε χρόνων είναι όταν πήγαμε στην Παναγία Σουμελά. Με την είσοδό μας στο μοναστήρι αισθανθήκαμε συγκλονισμένοι και μας διακατείχε συγκίνηση, αφού τελέσαμε Θεία Λειτουργία για πρώτη φορά μετά το 1922 ψάλλοντας τον Ακάθιστο Ύμνο. Μαζί μας ήταν ένας ιερέας από τη Γεωργία με τη σύζυγό του. Περαιτέρω, εντύπωση μου έκαναν οι τοιχογραφίες, οι οποίες ήταν βεβηλωμένες με πυροβολισμούς, καθώς επίσης και το τοπίο που είναι κτισμένο το μοναστήρι. Για εμένα αποτελεί ένα από τα ομορφότερα που αντίκρισα μέχρι σήμερα. Κατόπιν, μας προσέγγισε ένας ελληνόφωνος ξεναγός και μας αποκάλυψε ότι το χριστιανικό του όνομα είναι Δημήτρης, ενώ το τουρκικό του όνομα μού διαφεύγει και ότι στην Τραπεζούντα υπάρχουν πάρα πολλοί κρυπτοχριστιανοί, πράγμα το οποίο αντιληφθήκαμε, αλλά λόγω της κατάστασης δεν μπορούσαν να αποκαλύψουν τη διπλή τους ταυτότητα.

Ένα άλλο περιστατικό που μας είχε συμβεί στην πόλη καθώς περπατούσαμε, ήταν όταν περπαστούσαμε σε έναν δρόμο και ανέμσα του υπήρχαν μαγαζιά. Διανύσαμε μεγάλη απόσταση και τότε αντιληφθήκαμε ότι ο δρόμος οδηγούσε σε αδιέξοδο. Όταν γυρίσαμε πίσω, μας παρακολουθούσαν όλοι και κατάλαβαν ότι είμαστε Έλληνες. Αποφασίσαμε να ανεβούμε από έναν τοίχο και να διαφύγουμε από άλλον δρόμο, διότι η επιστροφή μας έμοιαζε αβέβαιη.

Επιπρόσθετα, το βράδυ έφθασαν στο ξενοδοχείο πανικοβλημένα άτομα της αποστολής μας, αφού μερικά λεπτά πριν βρέθηκαν σε επεισόδια ανταλλαγής πυροβολισμών και μαχαιρωμάτων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, τα δύο αδέλφια με τη Σαλαμίνα, όταν ο ένας από τους δύο πίστευε ότι σκότωσαν τον αδελφό του, την ίδια στιγμή που βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, ενώ ο αδελφός του τον καθησύχαζε και του έλεγε οτι είναι καλά. Χρειάστηκε να του δώσουμε ηρεμιστικά και ξάπλωσε για ύπνο.

Ακολουθήσαμε κι εμείς για ξεκούραση. Εγώ έμενα στον έκτο όροφο, και προτού ξαπλώσω, κρέμασα τη σημαία από το παράθυρο. Το επόμενο πρωί, υπάλληλος του ξενοδοχείου κτυπούσε την πόρτα του δωματίου μου πανικόβλητος και μου έλεγε στα αγγλικά: «problem, problem» και μου έδειχνε το παράθυρο. Του ανταποκρίθηκα: «εντάξει» κι όταν πλησίασα στο παράθυρο αντίκρισα από κάτω εξαγριωμένους Τούρκους. Αφαίρεσα τη σημαία και κατευθύνθηκα προς τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής».

– Τι συναισθήματα σου δημιουργήθηκαν μπαίνοντας στο γήπεδο της Τράμπζονσπορ;

«Έξω από το ξενοδοχείο η αστυνομική δύναμη ήταν μεγάλη, καθώς υπήρχαν χιλιάδες Τούρκοι, οι οποίοι, θυμάμαι συγκεκριμένα, μας ένευαν με το χέρι τους ότι θα «φάμε» πέντε τέρματα. Κατευθυνθήκαμε προς το Στάδιο του Χουσεϊν Αβνί Ακέρ. Ο έλεγχος που γινόταν εκεί ήταν εξονυχιστικός. Στους πρώτους που εισήλθαν αφαίρεσαν τις σημαίες, ενώ όταν προχώρησαν μέσα στο γήπεδο μάς φώναζαν να κρύψουμε τις σημαίες για να καταφέρουμε να τις περάσουμε μέσα στο γήπεδο. Μετά από αρκετή ώρα, εισήλθαμε όλοι στο γήπεδο όπου οι Τούρκοι μάς έβλεπαν σαν κόκκινο πανί. Για κάποιο παράξενο λόγο δε διέκρινα κανένα φόβο από πλευράς οποιουδήποτε από την αποστολή μας. Οι Τούρκοι έκαναν τα πάντα για να δημιουργήσουν κατάσταση τρομοκρατίας. Καθώς ηχούσαν εμβατήρια, στρατιώτες παρήλαυναν στο γήπεδο, παρατάχτηκαν μπροστά στην κερκίδα μας και οι Τούρκοι κρατούσαν σημαίες της χώρας τους και του ψευδοκράτους. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι και στην πόλη υπήρχαν κρεμασμένες σημαίες του ψευδοκράτους».

– Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού πως αισθανόσουν;

«Όσο περνούσαν τα λεπτά και το αποτέλεσμα μάς επέτρεπε να βλέπουμε την πρόκριση, τόσο μεγάλωνε η αγωνία. Δίναμε τη δική μας μάχη από την κερκίδα. Μαζί μας ήταν και ο ιερέας με τη σύζυγό του που κατά τη διάρκεια του 90λέπτου έψαλλαν τον Ακάθιστο Ύμνο. Ακόμη, εντύπωση μου έκανε ότι ήρθαν, για να παρακολουθήσουν τον αγώνα, ένα παιδί με την μπλούζα του ΠΑΟΚ μαζί με τη φίλη του, οι οποίοι στη συνέχεια μας είπαν πως ήρθαν μέσω Κωνσταντινούπολης. Με τον συγκεκριμένο άνθρωπο κρατώ στενή φιλία μέχρι και σήμερα».

– Όταν ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη του παιχνιδιού τι συνέβηκε;

«Λίγο πριν τελειώσει το παιχνίδι και κατόπιν παράκληση της αστυνομίας, μερικοί πήγαν προς τα λεωφορεία, επειδή δεν εγγυόταν κανείς την ασφάλειά μας. Όταν παίχτηκε η φάση του τελευταίου λεπτού που μπήκε το δεύτερο τέρμα, όσοι μείναμε στην κερκίδα νιώσαμε τη γη κάτω από τα πόδια μας να φεύγει. Κάποιος φώναξε ότι ήταν offside και τότε κάναμε τη διαδρομή κόλασης – παραδείσου. Αμέτρητα αντικείμενα εκτοξεύονταν από την κερκίδα των Τούρκων προς τη μεριά μας. Οι εναπομείναντες κατεβήκαμε προς την καταπακτή της εισόδου και ίσα που είδαμε τα χέρια των παιχτών μας υψωμένα. Επιβιβαστήκαμε στα λεωφορεία με γοργούς ρυθμούς, αφού χιλιάδες Τούρκοι έρχονταν καταπάνω μας. Τα λεωφορεία πέρασαν μέσα από βροχή από πέτρες, ενώ κάποια από αυτά δέχτηκαν και πυροβολισμούς. Ένα περιστατικό που θυμάμαι είναι όταν μια κοπέλα μετακινήθηκε σε άλλη θέση, γιατί στο παράθυρο που καθόταν διαπέρασε πυροβολισμός. Οι πλείστοι στα λεωφορεία ήταν πεσμένοι στο έδαφος και μόνο όταν βγήκαμε εκτός εμβέλειας καταλάβαμε ότι τα πράγματα είχαν ηρεμήσει. Αμέσως κατευθυνθήκαμε προς το αεροδρόμιο όπου αναμέναμε την αποστολή και με την άφιξή της έγινε χαλασμός κόσμου».

– Πώς σας υποδέχθηκαν στην Κύπρο;

«Το κλίμα στο αεροπλάνο ήταν εορταστικό. Όλη η αποστολή διασκέδαζε, επιστρατεύσαμε και το μπαγλαμαδάκι. Με την άφιξή μας στην Κύπρο, η πυροσβεστική μας έκανε αψίδα και όταν αποβιβαστήκαμε δεν είχαμε στο μυαλό μας αυτό που συνέβαινε έξω. Αρκετοί φίλαθλοι της Ανόρθωσης ανέμεναν να υποδεχτούν την αποστολή. Οι πανηγυρισμοί που ακλούθησαν ήταν άνευ προηγουμένου. Ίσως το νεαρό της ηλικίας μου να μου επέτρεψε να ζήσω κάποιες καταστάσεις και βιώματα στην Τουρκία, τις οποίες θα ζούσα διαφορετικά σήμερα. Με την εμπειρία αυτή έκανα πάρα πολλούς φίλους με τους οποίους κρατώ στενές επαφές μέχρι σήμερα και καλό θα ήταν να συναντιόμασταν ξανά όλοι μαζί. Με την πάροδο δεκαπέντε χρόνων, ο συγκεκριμένος αγώνας εξακολουθεί να αποτελεί την κορωνίδα των επιτυχιών της ομάδας μας κατ’ εμένα.»

*Το κείμενο επιμελήθηκε η Ζαφείρω Κάστανου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ