aekaelakritasanorthosisapoelapollonarisdoksakarmiotissasalaminaomonoiaolympiakosparalimnipafosSuper LeaguePremier LeagueSerie ALaLiga

Μια «Χρυσή Μπάλα» για τον Μόντριτς

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Λιονέλ Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο είναι οι δυο κορυφαίοι ποδοσφαιριστές της εποχής μας. Αλλά δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι αυτή η ανοησία με την «Χρυσή Μπάλα», η οποία εδώ και μια δεκαετία έχει γίνει αποκλειστικό τους προνόμιο, πρέπει κάπου εδώ να τελειώσει.

Ο τελευταίος εκτός Μέσι – Ρονάλντο που πήρε το βραβείο ήταν ο Κακά, το μακρινό 2007!  Ακολούθησαν δέκα βραβεύσεις, οι οποίες μοιράστηκαν στον Αργεντίνο και τον Πορτογάλο (από πέντε έκαστος).  Και εντάξει, αρκετές εξ΄ αυτών ήταν απολύτως δίκαιες. Όμως υπήρξαν και ορισμένες ιστορικές αδικίες, που απλώς ενέτειναν τις υποψίες ότι το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό μάρκετινγκ δεν επρόκειτο να αφήσει οποιονδήποτε άλλο να … «παρενοχλήσει» τα δυο «χρυσά» παιδιά του.

Και κάπως έτσι, ο Ινιέστα και ο Τσάβι, οι οποίοι ήταν μαζί με τον Μέσι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της σπουδαίας Μπάρτσα του Πεπ, αλλά ταυτόχρονα σάρωσαν τους τίτλους με την Εθνική Ισπανίας, δεν πήραν ποτέ «Χρυσή Μπάλα». Ο εξαιρετικός Φρανκ Ριμπερί, την σεζόν του τρεμπλ της Μπάγερν (2012-2013) έμεινε τρίτος, πίσω φυσικά από Μέσι και Ρονάλντο.

Μη σας πω ότι ακόμα και ο καημένος ο Γούεσλι Σνάιντερ, κορυφαίος της Ίντερ όταν πήρε το Τσάμπιονς Λιγκ (2009-2010) και ηγέτης της Ολλανδίας στην πορεία της προς τον τελικό του Μουντιάλ του 2010, αδικήθηκε κατάφωρα!

Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι τόσο ασήμαντο και ανούσιο, όσο το μοιάζει εκ πρώτης όψεως. Θέλω να πω, οκ, ο Ινιέστα παραμένει ένας εκ των κορυφαίων χαφ στην ιστορία του αθλήματος, παρότι δεν πήρε ποτέ «Χρυσή Μπάλα». Από την άλλη, όμως,  το γεγονός ότι δεν πήρε ποτέ «Χρυσή Μπάλα»,  δεν συνιστά απλώς ασέβεια απέναντί του. Συνιστά ασέβεια απέναντι στο ίδιο το άθλημα και όσα πρεσβεύει διαχρονικά. Ο τεράστιος Αντρές έπρεπε να πάρει το βραβείο, τουλάχιστον μια φορά. Όχι μόνο επειδή το άξιζε, αλλά κυρίως επειδή δεν είχε καμία αγωνία για αυτό! Επειδή εν αντιθέσει με τους άλλους δυο, δεν τραβούσε κανένα ζόρι αν θα τον πούνε GOAT ή κατσίκα. Τον ενδιέφερε να παίζει μπάλα, με τον πανέμορφο, αβίαστο τρόπο του και να βοηθά τις ομάδες του να κερδίζουν. Μια νοοτροπία απλή, σωστή, σοβαρή αλλά αντιεμπορική και ως εκ τούτου, όλο και πιο σπάνια στο κορυφαίο επίπεδο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

Έβλεπα τον Νεϊμάρ στο Μουντιάλ και με κάποιο τρόπο ένιωθα την αγωνία του: Όχι την αγωνία του για την επιτυχία της Βραζιλίας, αλλά την αγωνία του να διακριθεί ο ίδιος, να κάνει κάτι μοναδικό, να μπει στη συζήτηση για την κορυφαίο του κόσμου, για την «Χρυσή Μπάλα».

Βλέπω και τον Εμπαπέ, ενταγμένο μεν στο σύνολο της Γαλλίας, αλλά κι εκείνος με έμφυτη ροπή προς το one man show.  Πρόκειται για παιδιά που μεγάλωσαν στα χρόνια του Μέσι του και του Ρονάλντο. Έτσι αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο. Αυτές είναι οι αναφορές τους. Αμφότεροι θα σηκώσουν κάμποσες «χρυσές μπάλες» στο μέλλον. Είναι αναπόφευκτο.

Και βλέπω από την αρχή του τουρνουά και τον συγκλονιστικό Λούκα Μόντριτς. Όχι το ομορφότερο παιδί του κόσμου, σίγουρα όχι το πιο αθλητικό. Αλλά τόση ποδοσφαιροσύνη, όσο κουβαλά αυτός,  δύσκολα θα βρεις σε άλλον.

Ο Μόντρις δεν διαθέτει  μούσκουλα,  τατουάζ και λαμπερό χαμόγελο για διαφήμιση.  Διαθέτει όμως εξαιρετική μακρινή μεταβίβαση, άψογο διάβασμα του παιχνιδιού, μοναδική ικανότητα στον έλεγχο του ρυθμού, εκτέλεση όταν χρειάζεται, ηγετική προσωπικότητα.  Εξάρι, οχτάρι και δεκάρι στην συσκευασία του ενός. Ένας χαφ πρότυπο, ο σημαντικότερος στην τριάδα που αποτέλεσε την βάση των τριών συνεχόμενων κατακτήσεων Τσάμπιονς Λιγκ από την Ρεάλ Μαδρίτης (μαζί με Κροος και Κασεμίρο), ο καλύτερος μέσος της τελευταίας πενταετίας στον κόσμο , μακράν του δευτέρου.

Στον ημιτελικό με την Αγγλία κορυφαίος των νικητών ήταν ο Πέρισιτς. Αλλά όλοι έψαχναν τον Μόντριτς. Η μπάλα , ειδικά στα τελευταία λεπτά, έπρεπε να περάσει οπωσδήποτε από τα πόδια του, αν όχι για οτιδήποτε άλλο, μόνο και μόνο για να τον δουν οι υπόλοιποι να την μοιράζει δεξιά κι αριστερά με ηρεμία και να ηρεμήσουν κι αυτοί: Μη φοβάστε παιδιά, ο αρχηγός είναι εδώ!  Κι εκείνος ανταποκρίθηκε άψογα, όπως πάντα, μέχρι το 119’ που έγινε αλλαγή και ενώ, ομολογώ, είχα φοβηθεί ότι θα άφηνε την τελευταία του πνοή στο γήπεδο! Αν χρειαζόταν, μάλλον θα το έκανε κι αυτό.

Για όσα έχει πετύχει με την Ρεάλ αλλά φυσικά και για το ιστορικό επίτευγμα της Κροατίας, ο Μόντρις αξίζει τη «Χρυσή Μπάλα» πέρα ως πέρα.  Αλλά πέρα από τους αντικειμενικούς λόγους, την αξίζει και για λόγους συμβολικούς. Επειδή ο Μόντρις (όπως ο Ινιέστα  ή ο Αντρέα Πίρλο πριν από αυτόν) είναι το ποδόσφαιρο που αγαπήσαμε παιδιά. Τότε που πιστεύαμε ότι όλοι μπορούν να παίξουν και να διακριθούν, ψηλοί, κοντοί, χοντροί, άσχημοι , αργοί, όλοι. Αρκεί να έχουν πάθος και ταλέντο.

Καλωσορίζω τον υπέροχο Μπαπέ στον παλκοσένικο και είμαι βέβαιος ότι θα ισοπεδώσει στο μέλλον όποιον βρεθεί διάβα του. Οι ποδοσφαιριστές – υπεραθλητές αποτελούν νομοτέλεια – η πορεία των πραγμάτων, όσο κι αν γκρινιάζουμε εμείς, τα γερόντια, δεν αλλάζει. Για αυτόν τον λόγο, και προτού η επέλαση των κοιλιακών εξαλείψει το είδος, ας χαρούμε κι ας τιμήσουμε έναν ποδοσφαιριστή  που είναι μόνο ποδοσφαιριστής.

Αλλά τόσο σπουδαίος ποδοσφαιριστής!

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ