Το καλύτερο γκολ του Ρομπέρτο Κάρλος δεν είναι αυτό που θυμάσαι

Τα επιτεύγματα του Ρομπέρτο Κάρλος συνοψίζονται στους 21 προσωπικούς τίτλους που κατέκτησε από την εποχή, 1993 ήταν, που ένας 20χρονος ακραίος μπακ της Παλμέιρας, ήδη διεθνής χωρίς όμως να επιλεγεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του ’94 μιας και ο ο Μπράνκο είχε διεθνή εμπειρία (Τζένοα), άρχιζε να σκαρώνει τις πρώτες κούρσες του από τ’ αριστερά και ως το 2009 που ως ο βετεράνος πια άσος της Φενέρμπαχτσε μετρούσε τις ποδοσφαιρικές ρυτίδες στο πρόσωπό του. Ο Βραζιλιάνος, που έκλεισε πια τα 47 του, συνέχισε για να μαζεύει credits πείσματος και αντοχής σε Ρωσία (Ανζί), Βραζιλία (Κορίνθιανς) και Ινδία (Ντέλχι), αλλά η ημερομηνία λήξης της παρουσίας του στο υψηλό επίπεδο είχε ήδη παρέλθει.

Ενδιάμεσα των 16 γεμάτων αυτών ετών ο κοντοπίθαρος αριστεροπόδαρος έπαιρνε μεταγραφή για την Ίντερ (όχι την Άστον Βίλα) ως μια πολύ φθηνότερη επιλογή από τον συμπατριώτη του Κάιο, σέντερ φορ της Σάο Πάουλο, που με σημερινά δεδομένα κόστιζε στη βαθιά τσέπη του Μάσιμο Μοράτι το ποσό των 7.5 εκατομμυρίων ευρώ και προτού η θέση καταληφθεί από τον Γρηγόρη Γεωργάτο. Ο Κάρλος μάλιστα ξεκίνησε να εξαργυρώνει τα δικά του 3.5 εκατομμύρια σκοράροντας στο ντεμπούτο του με τη Βιτσέντζα – ένα από τα επτά γκολ που πέτυχε στα 34 παιχνίδια όλων των διοργανώσεων εκείνης της σεζόν, της μοναδικής του όπως αποδείχθηκε στο Μιλάνο, καθώς ο Ρόι Χόντσον δεν τον υπολόγιζε για βασικό.

Πρόδηλα βέβαια η εκτόξευσή του εκτός στην ποδοσφαιρική στρατόσφαιρα και η παγιοποίηση της άποψης ότι πρόκειται για το καταλληλότερο υπόδειγμα αριστερού μπακ στον ποδοσφαιρόκοσμο των τελευταίων 30 ετών, διότι ο Πάολο Μαλντίνι ήταν άλλης κοπής αμυντικός, συνταιριάστηκε με τα 11 χρόνια που έζησε στη Μαδρίτη, ως ισάξιο μέλος των ‘γκαλάκτικος’ που ο κιμπάρης Φλορεντίνο Πέρεθ συγκέντρωσε στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου».

Ξέχωρα φυσικά από τις 125 συμμετοχές του με τη ‘σελεσάο’ και τον παγκόσμιο τίτλο του 2002 στη Γιοκοχάμα, υπηρετώντας υπέροχα το 3-4-3 του Λουίς Φελίπε Σκολάρι. Πέντε ακριβώς καλοκαίρια αφότου αυτό το τέρμα τού σημάδεψε τη διεθνή τροχιά του.

Δεδομένα το «3» στη φανέλα της Ρεάλ, αριθμός συνυφασμένος με τη θέση του αριστερού οπισθοφύλακα προτού ο κάθε ποδοσφαιριστής αποκτήσει το δικαίωμα να έχει αυτόν που τον συντροφεύει -σχεδόν εσαεί- στην καριέρα του, θα έπρεπε να είχε από χρόνια αποσυρθεί και όχι να περιφέρεται ασκόπως προς τιμήν του μη Ισπανού που φόρεσε τις περισσότερες φορές τα λευκά, έχοντας ξεπεράσει σε πρωταθληματικές συμμετοχές τον Αλφρέδο ντι Στέφανο.

Με τον Κάρλος στην ακμή του οι ‘μερένγκες’ τοποθέτησαν στη βιτρίνα των τροπαίων άλλα 13, γούρικος αριθμός για την περίσταση, τα επτά εγχώρια τα υπόλοιπα έξι διεθνή σε μια ζηλευτή αρμονία επιτυχιών. Δικαιωματικά το τρίτο από τα τέσσερα πρωταθλήματα θα μπορούσε ν’ απονεμηθεί στον Βραζιλιάνο αρτίστα. Ο νεοφερμένος Ρονάλντο είχε δώσει 23 γκολ και ο Ραούλ άλλα 16, από τα συνολικά 86 των πρωταθλητών. Ωστόσο δίχως το εύστοχο χτύπημα φάουλ του Ρομπέρτο Κάρλος στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου στον τελευταίο αγώνα με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, που είχε ισοφαρίσει προσωρινά και απειλούσε, ενδεχομένως το τέλος να μην ήταν αίσιο για το 29ο πρωτάθλημα της Ρεάλ που άφηνε στο -2 τη Ρεάλ Σοσιεδάδ του Ντάρκο Κοβάσεβιτς.

Κι ας μην ήταν σαν το «goal imposible» λίγα χρόνια νωρίτερα σε αγώνα με την Τενερίφη.

Ευτυχώς η ιστορία μεριμνά προκειμένου να θυμούνται οι παλιότεροι και πολύ περισσότερο να μαθαίνουν οι νέοι, για το γεγονός πως ο Ρομπέρτο Κάρλος υπήρξε κοινωνός της ‘Ενάτης Συμφωνίας’ του Ζινεντίν Ζιντάν στη Γλασκώβη. Το πιο αριστοτεχνικό γκολ σε τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών, σε πρότερη ή σύγχρονη μορφή, παραδόθηκε στο κοινό από την συγχορδία των αλλεπάλληλων κινήσεων του Γάλλου αρχιμάστορα, που εκτέλεσε με κανόνα και διαβήτη πριν από τη λήξη του ημιχρόνου. Είχε γεννηθεί ωστόσο από την ευφυή έμπνευση του Βραζιλιάνου, που είχε ξεδιπλώσει την επίθεση συνδυαστικά με τον Σαντιάγο Σολάρι, να σηκώσει με τόσο γλυκύτητα την μπάλα -και όχι να διακόψει την ταχύτατη επέλασή του από την πτέρυγα- παρά την πίεση που επιχειρούσε ν’ ασκήσει στο κορμί του o γεροδεμένος Ζολτάν Σέμπεστσεν της Μπάγερ Λεβερκούζεν.

«Ήξερα ότι κάποιος θα βρίσκεται στο ημικύκλιο της περιοχής. Ο Σολάρι ήταν πίσω μου. Πίστευα ότι μπορεί να είναι ο Ζιντάν, αλλά δεν το ήξερα σίγουρα. Η μπάλα ταξίδεψε ακριβώς εκεί που έπρεπε να πάει», θα εξηγήσει κάμποσα χρόνια μετά, θέλοντας αστειευόμενος να… κλέψει’από τη δόξα του «Ζιζού». Του πιστώνεται ομολογουμένως μια αχτίδα της λαμπρότητας εκείνης της βραδιάς έχοντας δώσει ασίστ στον Ραούλ από την περίφημη εκτέλεση του πλάγιου άουτ, για το 1-0 στο 8′. Ήταν η χρονιά που ψηφίστηκε για πρώτη φορά ως ο «καλύτερος αμυντικός» στην Ευρώπη. Πριν από την επόμενη.

ΠΗΓΗcontra.gr
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ