Άγγελοι και διάβολοι πανηγυρίζουν για τη μεγαλύτερη «μετεγγραφή» που έγινε ποτέ!

Κανένας δεν μπορεί να ξέρει αν ο Μαραντόνα θα πάει στον Παράδεισο ή στην Κόλαση...

ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΚΟΥΡΗ

Η εικόνα είναι ακόμη θολή. Πρωινές ώρες μετά από μια παγωμένη νύχτα, πρέπει να ‘ταν το 1977, μπροστά στην οθόνη του… παράνομου «Μπαϊράκ», της τηλεόρασης των κατεχομένων. Κάτι σαν ρεπορτάζ, κάτι σαν αφιέρωμα στο χρυσό παιδί του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Έκανε απίστευτα πράγματα, μαγικά… Παρακολουθώντας (με μπόλικο «χιόνι» λόγω της κακής λήψης του τηλεοπτικού σήματος), έμεινα αποσβολωμένος και προσπάθησα να συγκρατήσω το όνομα. Ντιέγκο Μαραντόνα!

Ούτε που το ‘χα ξανακούσει, αλλά μετά από κάποια χρόνια αντιλήφθηκα ότι εκείνο το βράδυ γνώρισα το… ποδόσφαιρο. Δεν πρέπει να έχουν περάσει πάνω δέκα ήμερες όταν (ξανά και ξανά και ξανά) «τσακώθηκα» με φίλους και γνωστούς, με θέμα το μεγαλύτερο αιωρούμενο ερώτημα στην Ιστορία του ποδοσφαίρου: «Πελέ ή Μαραντόνα;». Έχω αποκρυσταλλωμένη άποψη εδώ και χρόνια, η οποία αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή και της ιεροσυλίας. Μέρα που είναι, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς. «Ποιος Πελέ;». Θεώρησα υποχρέωση μου να το διευκρινίσω, διότι όπως και στο υπόλοιπο κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω, κυριαρχεί το συναίσθημα, η προσωπική επιλογή ή δική μου αλήθεια, η οποία είναι συνήθως κι εντελώς υποκειμενική.

Εκείνο το βράδυ του ’77, που λέτε, στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, γνώρισα αλλά κυρίως λάτρεψα, το πραγματικό ποδόσφαιρο, το ατόφιο, το ποδόσφαιρο του πάθους, και αργότερα το ποδόσφαιρο των μεγάλων προκλήσεων, των εξαρτήσεων, των εκτυφλωτικών φώτων. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ντιεγκίτο με βοήθησε να γνωρίσω το ποδόσφαιρο της διπλανής πόρτας, το ποδόσφαιρο της αλάνας, το ποδόσφαιρο των πραγματικών επαναστατών. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε…

Ολόκληρος ο πλανήτης θρηνεί την απώλεια του Ντιέγκο Μαραντόνα, του γνησιότερου ίσως εκφραστή του λαοφιλέστερου αθλήματος, ενδεχομένως κι ολόκληρου του αθλητισμού. Λένε ότι ακόμη κι η ημέρα που έφυγε δεν ήταν τυχαία. 25 του Νιόβρη (το 2016) έχει φύγει κι ο φίλος του, ο Κουβανός επαναστάτης, Φιντέλ Κάστρο. Την ίδια μέρα πριν 15 χρόνια είχε φύγει κι ένας άλλος αρτίστας και μποέμ του ποδοσφαίρου, ο Τζορτζ Μπεστ. Από την ώρα που η εφημερίδα της πατρίδας του, η  «Clarin», δημοσιοποίησε την είδηση του θανάτου του Ντιεγκίτο, η ποδοσφαιρική υφήλιος υποκλίνεται για άλλη μια φορά κι αποχαιρετά έναν άνθρωπο που αν μη τι άλλο ήταν ξεχωριστός. Ξεψύχησε στο σπίτι του, δίπλα στην κόρη του που «ταλαιπώρησε» χιλιάδες φορές με τα τερτίπια του, αλλά ήταν πάντοτε το μεγαλύτερο στήριγμά του. Αρχές του Νιόβρη είχε κάνει εγχείρηση στον εγκέφαλο, αλλά χθες το απόγευμα, το ιατρικό προσωπικό που τον παρακολουθούσε δεν κατάφερε να τον κρατήσει στη ζωή όταν υπέστη καρδιακή ανακοπή.

Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια… Μόνο που είναι σίγουρο ότι οι εκδηλώσεις θλίψης και οι αποχαιρετιστήριες δηλώσεις θα συνεχιστούν για πολλές ημέρες. Με διαπέρασε σαν ηλεκτροσόκ, η ατάκα που μου ‘πε ο κουμπάρος μου χθες στο τηλέφωνο, κι αυτός άρρωστος Μαραντονικός: «Πέθανε ο… θεός»! Παρόμοιοι ήταν κι οι τίτλοι στα μεγαλύτερα ΜΜΕ και ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα του πλανήτη. Είμαι βέβαιος ότι και σήμερα και τις επόμενες μέρες θα έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε, να ακούσουμε και να δούμε, δεκάδες αφιερώματα για τον «Πίμπε Ντ’Όρο» (χρυσό παιδί), από την ημέρα που γεννήθηκε, μέχρι που έσβησε χθες, στα 60 του χρόνια. Δεν είμαι σίγουρος, αν σήμερα είναι περισσότερο σημαντικό να αραδιάσουμε τα επιτεύγματά του ή να θυμηθούμε τις μελανές, τις μαύρες του στιγμές. Δυστυχώς, αυτές οι τελευταίες ήταν πολλές… Σε βαθμό που χαρακτηρίστηκε ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Η εξάρτησή του από τις ναρκωτικές ουσίες, κατέστρεψε, κονιορτοποίησε τη δημόσια εικόνα του. Έκανε σωρεία λαθών, καθημερινά. Καυγάδισε, έβρισε, στενοχώρησε, αλλά περισσότερο απ’ όλους έβλαψε τον εαυτό του.

Πάνω απ’ όλα, όμως, σε όλους τους υπόλοιπους τομείς της ζωής του, ενέπνευσε! Ο Μαραντόνα, χωρίς υπερβολή, ήταν το μεγαλύτερο «ξυπνητήρι» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Φώναξε, και προσπάθησε να ξυπνήσει τον ποδοσφαιρικό πλανήτη. Και κατάφερε πάρα πολλά, τα οποία δεν μπορεί να του αρνηθεί η ποδοσφαιρική ιστορία. Επί των ημερών του, ως ηγέτης των μεγάλων πρωταγωνιστών του αθλήματος, οι ποδοσφαιριστές απέκτησαν μπόι και μεγαλύτερο σεβασμό. Την ώρα που οι υποτακτικοί σιωπούσαν έναντι τριάντα αργυρίων (ίσως και κάτι παραπάνω…), ο Μαραντόνα ύψωσε ανάστημα και τα έβαλε με το κατεστημένο. Ενόχλησε κι ενοχλούσε μέχρι πρόσφατα τα κέντρα εξουσίας που διαφεντεύουν το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Κοντραρίστηκε και σκυλοβρίστηκε με το κατεστημένο. Τσαλακώθηκε για να στηρίξει το όνειρο και τη διαδρομή του φτωχού και ανυπεράσπιστου, σε όλες τις γωνιές της υφηλίου.

Όταν πέτυχε το γκολ με το «χέρι του θεού» εναντίον της Αγγλίας και η πατρίδα του, η Αργεντινή κατέκτησε το Μουντιάλ του ‘86, αισθανόταν ότι ήταν η απάντηση των φτωχών και των καταπιεσμένων απέναντι στους δυνάστες. Όταν με τις ποδοσφαιρικές του αρετές ανέστησε τη Νάπολι, αισθανόταν ότι ξύπνησε τον φτωχό ιταλικό Νότο από τον λήθαργο και σήμανε την… «επανάσταση» προς τον ελιτίστικο Βορρά. Χρησιμοποίησε βαριές εκφράσεις μετά από συνάντησή του με τον Πάπα (!), ενόχλησε πλανητάρχες και υπερδυνάμεις. «Μισώ οτιδήποτε προέρχεται από τις ΗΠΑ», είχε πει μετά από στρατιωτικές επιχειρήσεις των Αμερικανών, ενώ για τους Γιαπωνέζους τόνισε: «Η Ιαπωνία δεν μου επιτρέπει την είσοδο στη χώρα επειδή κάποτε έπαιρνα ναρκωτικά. Την επιτρέπουν όμως στους Αμερικάνους που τους έριξαν δύο ατομικές βόμβες»!

Μετά από όλα αυτά, κανένας δεν μπορεί να ξέρει αν ο Μαραντόνα θα πάει στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Το σίγουρο είναι ότι εκεί… πάνω, άγγελοι και διάβολοι, από χθες το απόγευμα πανηγυρίζουν για τη μεγαλύτερη «μετεγγραφή» που έγινε ποτέ.

Υ.Γ.: Τα τελευταία 30 τόσα χρόνια, που κάνω αυτή τη δουλειά, περισσότερο απ’ όλα ήθελα, μια συνέντευξη, έστω μια κουβεντούλα, με τον Ντιεγκίτο. Ιάκωβε, τελικά, χάσαμε…