Το εύκολο είναι να τους αποκαλέσεις βετεράνους. Το βολικό είναι να πεις πως βρίσκονται ακόμη εδώ επειδή δεν βρέθηκε ο επόμενος. Το δίκαιο, όμως, είναι άλλο: αυτοί οι ποδοσφαιριστές κράτησαν για χρόνια ολόκληρες εθνικές ομάδες πάνω στους ώμους τους, την ώρα που το σύγχρονο ποδόσφαιρο τους ζητούσε να είναι διαθέσιμοι παντού, πάντα και χωρίς δικαιολογίες.
Ο Κριστιάνο Ρονάλντο (Πορτογαλία) έχει ξεπεράσει πια τις 230 συμμετοχές. Οι Λιονέλ Μέσι (Αργεντινή), Λούκα Μόντριτς (Κροατία) έχουν περάσει το φράγμα των 200. Ο Χασάν Αλ Χάιντος (Κατάρ) κινείται σε αυτή τη ζώνη, ενώ παίκτες όπως οι Ιβάν Πέρισιτς, Γκιγιέρμο Οτσόα, Έντιν Τζέκο, Γκράνιτ Τζάκα και Σον Χέουνγκ-μιν έχουν αφήσει πίσω τους τις 140 και 150 διεθνείς συμμετοχές. Δεν μιλάμε για εντυπωσιακή στατιστική. Μιλάμε για χρόνια καταπόνησης, ευθύνης και συνεχούς
παρουσίας.
Εδώ είναι η ουσία που συχνά κρύβεται πίσω από τα highlights. Αυτοί οι παίκτες (και άλλοι πολλοί) δεν φόρεσαν το εθνόσημο όταν τους βόλευε το πρόγραμμα. Το φόρεσαν στα κενά των συλλόγων τους, ανάμεσα σε τελικούς, πρωταθλήματα, ταξίδια, τραυματισμούς, εμπορικές υποχρεώσεις και πίεση που δεν σταματά ποτέ. Στην ομάδα τους έπρεπε να είναι leaders. Στην εθνική τους έπρεπε να είναι σύμβολα. Και κάπου ανάμεσα σε αυτά, το σώμα έπρεπε να αντέξει.
Το ποδόσφαιρο, βέβαια, είναι αχάριστο. Τους χειροκροτεί όταν σηκώνουν τρόπαια και τους σπρώχνει προς την έξοδο μόλις χαθεί ένα μέτρο ταχύτητας. Τους χρησιμοποιεί ως σημαίες, αλλά σπάνια αναγνωρίζει πόσο κοστίζει να παραμένεις σημαία για τόσο μεγάλο διάστημα.
Γι’ αυτό εδώ χωρά υπόκλιση. Όχι επειδή γέρασαν μέσα στο παιχνίδι, αλλά επειδή άντεξαν να το υπηρετήσουν όταν άλλοι θα είχαν διαλέξει την ευκολία της αποχής.














