Παγδατής: Ο τενίστας που μας έκανε να φωνάζουμε «γκολ» σε κάθε πόντο

Από την Παραμύθα της Λεμεσού, ξεπέρασε κάθε εμπόδιο που του έθεσε η (συνήθως καθοριστικά εχθρική) ταπεινή τενιστική καταγωγή του

MELBOURNE, AUSTRALIA - JANUARY 29: Roger Federer of Switzerland and Marcos Baghdatis of Cyprus chat as they wait for the trophy presentation after their Men's Singles Final match during day fourteen of the Australian Open at Melbourne Park January 29, 2006 in Melbourne, Australia. (Photo by Sean Garnsworthy/Getty Images)

Το τελευταίο (σε σχέση με το τένις) όνειρο του Μάρκου Παγδατή ήταν να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Τόκιο. Όμως η απόσταση που μας χωρίζει από την διοργάνωση παραείναι μεγάλη γι’ αυτό.

Το θέμα δεν είναι… χωροταξικό, άλλωστε μετά από σχεδόν 15 χρόνια καριέρας είναι συνηθισμένος στα ταξίδια, αλλά χρονικό. Η πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, όσο μακριά κι αν βρίσκεται, δεν αποτελεί προορισμό που τρομάζει τον Κύπριο τενίστα, όμως οι 13 μήνες που μεσολαβούν μέχρι την έναρξη της διοργάνωσης αποτελούν εμπόδιο αξεπέραστο για το κουρασμένο κορμί του.

Αυτό ξεκαθάρισε και ο ίδιος με την (ομολογουμένως) συγκινητική ανακοίνωση της απόφασής του να αναχωρήσει από το σπορ μετά το τέλος του φετινού Wimbledon, ευχαριστώντας τους ανθρώπους του τουρνουά για την wild card που του χορήγησαν, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να αποχαιρετήσει τον κόσμο του τένις με τρόπο ανάλογο της πορείας του, σε ένα Grand Slam.

Στα ίδια γήπεδα είχε πανηγυρίσει, άλλωστε, την δεύτερη μεγαλύτερη επιτυχία του, φτάνοντας στα ημιτελικά το 2006, την ίδια χρονιά δηλαδή που σόκαρε τους πάντες όταν κατόρθωσε να φτάσει μέχρι τον τελικό του Αυστραλιανού Open, αναγκάζοντας για πρώτη φορά τον εκασταχού ελληνισμό να ασχοληθεί «σοβαρά» με το σπορ. Μέχρι τότε το… ελληνικό dna ήταν υποχρεωμένο να… οικειοποιηθεί τις επιτυχίες των Σάμπρας και Φιλιππούση, αλλά ετούτος εδώ ήταν το κάτι άλλο. Μιλούσε ελληνικά, έβριζε (πού και πού) ελληνικά και άκρως ελληνικά, επίσης, ήταν και τα νέα ήθη και έθιμα που εισήγαγαν εξαιτίας του Ελλαδίτες και Κύπριοι στα court.

Πίσω στο 2006, στην Μελβούρνη στηνόταν ένα πανηγύρι στις εξέδρες, την στιγμή που η ομογένεια αντιλήφθηκε ότι ένα «δικό μας» παιδί έκανε… παπάδες στο γήπεδο. Κάθε παιχνίδι εκείνης της φανταστικής πορείας μέχρι τον τελικό ήταν μια ευκαιρία για γιορτή για εμάς και ταυτόχρονα ένα πολιτισμικό σοκ για τους υπόλοιπους, που είδαν το σχετικά αποστειρωμένο τενιστικό περιβάλλον να «λερώνεται» από φωνές, συνθήματα, τραγούδια, ενίοτε μπινελίκια και απειλές (πάντα κενές περιεχομένου) προς διαιτητές και επόπτες. Επιτέλους τα είχαμε καταφέρει! Αποκτήσαμε ενδιαφέρον για το τένις, ακόμη κι αν φωνάζαμε «γκολ» σε κάθε κερδισμένο πόντο.

Εάν σήμερα υπάρχει μια μεγαλύτερη βάση ανθρώπων πιο εξοικειωμένη με το τι ακριβώς κάνουν ο Τσιτσιπάς με την Σάκκαρη, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτόν τον τύπο που με αφετηρία του την Παραμύθα της Λεμεσού, ξεπέρασε κάθε εμπόδιο που του έθεσε η (συνήθως καθοριστικά εχθρική) ταπεινή τενιστική καταγωγή του.

Ο Παγδατής είχε την τύχη να γίνει διάσημος και επιτυχημένος πολύ νωρίς. Μόλις στα 21 χρόνια του βρέθηκε στην πρώτη δεκάδα, μετά από μόνο 2,5 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Όταν περπάτησε στην σκληρή επιφάνεια της Μελβούρνης δημιούργησε τον μύθο που –όπως αποδείχθηκε- θα τον ακολουθούσε για πάντα. Ένας σκληροτράχηλος τενίστας που αρνιόταν πεισματικά να παραδοθεί, τα έβαζε με όλους δίχως φόβο ακόμη κι όταν όλα τα προγνωστικά ήταν εναντίον του και σπανίως αποχωριζόταν το πλατύ χαμόγελό του, ακόμη κι όταν τα πράγματα δεν έρχονταν όπως τα είχε υπολογίσει ή τα ονειρευόταν.

Στην Αυστραλία άγγιξε την κορύφωση ενός θαύματος. Αν και ξεκίνησε unseeded, έφτασε μέχρι τον 4ο γύρο όπου βρήκε απέναντί του το νούμερο 3 κόσμου, Άντι Ρόντικ. Τον καθάρισε σε 4 σετ. Στα προημιτελικά αντιμετώπισε το νούμερο 8 της παγκόσμιας κατάταξης, Ιβάν Λιούμπισιτς, τον οποίο άφησε εκτός συνέχειας σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι το οποίο κρίθηκε στα 5 σετ. Και στα ημιτελικά τα έβαλε με άλλο ένα «θεριό» της εποχής, τον Νταβίδ Ναλμπαντιαν, νούμερο 4 του ταμπλό, τον οποίο πέτυχε στο peak της καριέρας του. Βρέθηκε να χάνει 2-0 σετ και ήταν πίσω 4-2 στο τρίτο. Ο Αργεντινός ήταν μόνο 2 game μακριά από τον τελικό και αν απέναντί του είχε οποιονδήποτε άλλον ίσως να έφτανε σε αυτόν. Όμως ο Κύπριος, σε μια από τις σπουδαιότερες παραστάσεις της ζωής του, επέστρεψε, πήρε τα τρία επόμενα κι έφτασε να διεκδικεί τον τίτλο από τον κορυφαίο των κορυφαίων (θα μου επιτρέψετε να πω όλων των εποχών) Ρότζερ Φέντερερ.

Η ανωτερότητα του Ελβετού, η κόπωση λόγω της υπερπροσπάθειας σχεδόν σε κάθε προηγούμενο γύρο, αλλά κι ένας τραυματισμός στην γάμπα στο ματς με τον Στέπανεκ στον δεύτερο γύρο (που κρίθηκε επίσης στα 5 σετ), δεν επέτρεψαν στον Παγδατή να πετύχει τίποτα περισσότερο από μια άκρως τιμητική ήττα με 3-1, έχοντας μάλιστα προηγηθεί στα σετ.

Εκείνο το «τσίμπημα» στην γάμπα στο τελειότερο τουρνουά της καριέρας του ήταν ο προάγγελος για τις δύσκολες μέρες που θα ακολουθούσαν. Μόλις δύο χρόνια αργότερα κατρακύλησε από το νούμερο 8 της παγκόσμιας κατάταξης στο 96. Πολλοί έκαναν λόγο για μέτρια φυσική κατάσταση, αλλά κι ένα κορμί που δεν ήταν σε θέση να αντέξει στην καταπόνηση των συνεχόμενων αγώνων του ATP tour. Ο Παγδατής είχε την ατυχία να εμφανιστεί σε μια περίοδο που το τένις άλλαζε. Τα νέα παιδιά ήταν πιο ψηλά, πιο μυώδη, με πιο δυνατά χτυπήματα, την στιγμή που εκείνος ήταν αναγκασμένος να τρέχει σαν σκύλος κυνηγώντας κάθε μπάλα στην base line και να ξεμένει από καύσιμα την κρίσιμη ώρα. Γι’ αυτό –ίσως- και μερικά από τα καλύτερα παιχνίδια του είναι συνυφασμένα όχι με νίκες, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά με ηρωικές μεν, μα μνημειώδεις ήττες.

Όλη η υπόλοιπη πορεία του ήταν ένα διαρκές rollercoaster μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Τραυματισμοί, πτώση στην κατάταξη, συμμετοχές σε challenger, άνοδος, νέα όνειρα, φιλοδοξίες, grand slams κι άλλοι τραυματισμοί και πάλι από την αρχή. Ανά πάσα στιγμή οι στόχοι του άλλαζαν ανάλογα με την κατάσταση που βρισκόταν. Κάποιες φορές ήταν εκεί έτοιμος να διεκδικήσει τίτλους κι άλλες απλά προσπαθούσε να περάσει έναν γύρο σε ένα μικρής σημασίας τουρνουά που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πραγματική αξία του. Εκείνο, όμως, που δεν άλλαξε ποτέ –ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν- ήταν η μοναδική επαφή του με το κοινό, η οποία επισφραγιζόταν με το χαμόγελο που επέστρεφε πάντα στα χείλη του. Ειδικά όταν στις κερκίδες υπήρχαν κυπριακές ή ελληνικές σημαίες, που κυμάτιζαν ως απόδειξη της αγάπης ενός λαού που έμαθε δυο πράγματα για το τένις χάρις σε αυτόν τον ξεχωριστό αθλητή και άνθρωπο.

ΠΗΓΗmenshouse.gr
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ