Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε όλοι για το αν ο Λιονέλ Μέσι είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών. Αυτή η συζήτηση θα συνεχίζεται όσο υπάρχει ποδόσφαιρο. Άλλωστε, είναι θέμα κρίσης, εποχής και… αιώνιας ποδοσφαιρικής διαμάχης. Υπάρχει, όμως, κάτι που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: ο Αργεντινός δημιούργησε τη δική του εποχή.
Χθες τα ξημερώματα, όταν φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα της Αργεντινής (συνεχίζει στην Ίντερ Μαϊάμι σε συλλογικό επίπεδο), δεν αποχαιρετήσαμε απλώς έναν διεθνή ποδοσφαιριστή. Αποχαιρετήσαμε έναν άνθρωπο που έκανε εκατομμύρια να περιμένουν τι θα σκαρφιστεί με μια μπάλα στα πόδια. Έναν παίκτη που μετέτρεψε το απίθανο σε συνήθεια και το εξαιρετικό σε… καθημερινότητα.
Ο Μέσι κέρδισε τα πάντα. Παγκόσμιο Κύπελλο, Κόπα Αμέρικα, Τσάμπιονς Λιγκ, πρωταθλήματα, ατομικές διακρίσεις. Όμως το πιο σημαντικό του τρόπαιο δεν βρίσκεται σε κάποια βιτρίνα. Είναι η δικαίωση. Για χρόνια κουβαλούσε την κατηγορία ότι δεν μπορούσε να οδηγήσει την Αργεντινή στην κορυφή. Έχασε τελικούς, λύγισε, αμφισβητήθηκε. Κι όμως, επέστρεψε και απάντησε με τον μόνο τρόπο που γνώριζε: μέσα στο γήπεδο.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλείο του. Δεν χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει ότι είναι ο καλύτερος. Δεν ζήτησε τον θαυμασμό. Τον κέρδισε. Και το έκανε με έναν τρόπο που σπάνια συναντάς στον επαγγελματικό αθλητισμό, με συνέπεια, ταπεινότητα και μια διαρκή δίψα να βελτιώνεται.
Οι γενιές αλλάζουν, οι πρωταθλητές έρχονται και φεύγουν. Ο Μέσι, όμως, αφήνει πίσω του κάτι πολύ μεγαλύτερο από αριθμούς και τίτλους: αφήνει αναμνήσεις. Και γι’ αυτό, απλώς, υπόκλιση.














