Ξέρετε τι κουράζει περισσότερο από ένα λάθος σφύριγμα; Η υποκρισία που το συνοδεύει. Όταν η απόφαση ευνοεί τη δική μας ομάδα, επιστρατεύουμε κανονισμούς, τηλεοπτικά πλάνα, «ερμηνείες» και όποιο επιχείρημα βολεύει. Ακόμη κι όταν μέσα μας ξέρουμε ότι το σφύριγμα σηκώνει πολλή κουβέντα. Αντίθετα, όταν η ίδια φάση πάει στον αντίπαλο, ανακαλύπτουμε σκάνδαλα, αλλοίωση, προκατάληψη και… οργανωμένο έγκλημα.
Το κάνουν όλοι. Όλοι. Και όποιος υποστηρίζει ότι η δική του πλευρά αποτελεί εξαίρεση, μάλλον προσθέτει ακόμη μία δόση υποκρισίας στο πρόβλημα.
Έτσι, όμως, δεν διορθώνεται τίποτα. Ο καθένας φωνάζει για τα δικά του, περιμένει τη σειρά του να νιώσει «αδικημένος» και προληπτικά σηκώνει τους τόνους μήπως και… πιάσει τόπο. Δεν συζητάμε πλέον για καλύτερη διαιτησία. Συζητάμε για το ποιος θα δημιουργήσει περισσότερη πίεση.
Και κάπου εκεί χάνεται η ουσία.
Αν θέλουμε πραγματικά καλύτερες αποφάσεις, πρέπει πρώτα να δεχθούμε ότι το λάθος παραμένει λάθος ακόμη κι όταν μας βολεύει. Να σταματήσει το «εγώ τα δικά μου κι εσύ τα δικά σου». Να πάψουμε να μετράμε τη δικαιοσύνη με βάση το χρώμα της φανέλας.
Γιατί όσο υπερασπιζόμαστε το λάθος όταν μας συμφέρει και το καταγγέλλουμε όταν μας χτυπά, δεν έχουμε πρόβλημα μόνο με τη διαιτησία. Έχουμε πρόβλημα (και) με την ειλικρίνειά μας.














