Βόμβες, επιθέσεις, φωτιές και πάει λέγοντας. Ο θαυμαστός κόσμος του κυπριακού ποδοσφαίρου μοιάζει με ταινία δράσης. Και αν κάποιος σπεύσει ενδεχομένως να πει ότι πιάσαμε πάτο μετά το χθεσινό συμβάν, καλύτερα να μην βιαστεί. Δεν αρκούν οι καταδίκες για τις επιθέσεις που δέχονται οι διαιτητές και στενά συγγενικά τους πρόσωπα. Ούτε οι στερεότυπες τοποθετήσεις του στιλ, «καμία επίθεση δεν θα γίνεται πλέον ανεκτή». Μέτρα απαιτούνται εδώ και τώρα.
Το… περιβάλλον στο πρωτάθλημά μας, εκτός από την τοξικότητα που εκπέμπει, συνεχίζει να σπέρνει έντονα το κλίμα του φόβου. Κάθε φορά πάει ανάλογα με την απόχρωση των… συμφερόντων, συνθέτοντας εκρηκτικό παζλ. Κανείς δεν θέλει να γυρνά σπίτι του κοιτάζοντας τριγύρω και έχοντας στο μυαλό του ότι κάποιος τον «περιμένει». Να ξυπνά το πρωί και να ελέγχει περιμετρικά το σπίτι. Κανείς δεν θέλει πριν μπει στο αυτοκίνητο, να το τσεκάρει ενδελεχώς. Οι διαιτητές, φοβούνται για τη σωματική τους ακεραιότητα, αλλά και της οικογένειάς τους. Τρέμουν.
Οι επιθέσεις δεν πήραν ανησυχητικές διαστάσεις, αλλά τείνουν να ξεφύγουν. Είκοσι και βάλε υποθέσεις από το 2009 και δεν έχει εξιχνιαστεί ούτε μία! Και όταν οι ίδιοι δεν αισθάνονται ασφαλείς και σίγουροι, πώς μετά θα μπουν στον αγωνιστικό χώρο για να σφυρίξουν; Όταν δεν είναι… δυνατοί, πώς θα μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους σωστά και όπως πρέπει στο έπακρο των δυνατοτήτων τους;














