Κάθε Δεκαπενταύγουστο το ίδιο συναίσθημα. Κι ας έχουν περάσει πενήντα (παρά ένα) χρόνια. Τότε που σταμάτησε ο χρόνος και σε λίγες ώρες χάθηκαν όλα.
Ο θρήνος γιγαντώθηκε, απλώθηκε η δυστυχία, η προσπάθεια επιβίωσης γινόταν σε άθλιες συνθήκες κι οι τεράστιες πληγές, δεν επουλώνονται με τίποτα. Σαράντα εννέα χρόνια κι ο Αύγουστος (κι ο Ιούλης βέβαια) συνεχίζει να μας στοιχειώνει.
Πολύ περισσότερο, επειδή -αποδεικνύεται- ότι είμαστε ανάξιοι να διαχειριστούμε τις τύχες μας. Δυστυχώς, πλήρης ανοργανωσιά σε όλα τα επίπεδα, χωρίς πλάνο, χωρίς προσανατολισμό, χωρίς «φωτισμένα» μυαλά. Προσθέτουμε απλά, χάντρες στο κομπολόι που μετράει την ανεπάρκεια και τη γύμνια μας.
Οι περισσότεροι παραμένουμε αδρανείς. Δεν έχουμε ούτε τη δύναμη να θυμόμαστε. Κάποιοι θέλουν να ξεχάσουμε. Δεν υπάρχει η βούληση, η θέληση να δώσουμε άλλη μία ευκαιρία στην ελπίδα. Είμαστε ασυνεπείς προς τα παιδιά μας και απαράδεκτοι προς τις μανάδες, τους πατεράδες, τους παππούδες που «ζάρωσαν» κι έφυγαν με την ελπίδα της επιστροφής.
Πάλι καλά που υπάρχουν κάποια σωματεία, κάποιοι σύλλογοι, να μας θυμίζουν που και που, ποιοι είμαστε. Όσο πικρό κι αν ακούγεται, αν δεν ήταν η Ανόρθωση και η Νέα Σαλαμίνα, ο Γυμναστικός Σύλλογος «Ευαγόρας» η θύμησή μας για την Αμμόχωστο θα ήταν πολύ πιο «ξεθωριασμένη».
Αν δεν ήταν η ΠΑΕΕΚ και ο «Πράξανδρος», η Κερύνεια θα ήταν ακόμη περισσότερο βουτηγμένη στην «ομίχλη» των αναμνήσεων μας. Αν δεν ήταν ο Εθνικός Άχνας, ο Διγενής Μόρφου, η Δόξα Κατωκοπιάς, η ΑΕΚ Καραβά, ο Ηρακλής Γερολάκκου, ο ΑΣΙΛ Λύσης, ο Εθνικός Άσσιας, το προσφυγικό κίνημα θα ήταν σίγουρα ασθενέστερο.














