«Έλα ρε Πανίκκο μου, πες τους να βάλουν πρόστιμο και να τους δκιώξουν»


ΣΧΟΛΙΟ: ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ

Όπως είχα αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο μου, ξεκινώ να συμπεριλαμβάνω στην αρθρογραφία μου θέματα που αφορούν το αθλητικό δίκαιο, τόσο λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος όσο και λόγω ανάγκης για καλύτερη γνωριμία όλων μας με το αντικείμενο.

Θα αναλύσω τα θεωρητικά και ακαδημαϊκά περί αθλητικού δικαίου σε μεταγενέστερο άρθρο, σήμερα όμως θα καταπιαστώ με κάτι πολύ σύνηθες και κοινότυπο για τον μέσο Κύπριο ποδοσφαιρόφιλο.

CYTAVISION - Live Sports

Ο τίτλος του άρθρου παραπέμπει στην καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή του Supersport FM και το φίλο αθλητικογράφο Πανίκο Κωνσταντίνου, που συχνά πυκνά ακούω και εγώ άρα δεν χρειάζεται καν να ρωτήσω τον ίδιο για λεπτομέρειες, αφού έχω ιδίαν άποψη.

Ο αθλητισμός και δη το ποδόσφαιρο ως διεπιστημονικό αντικείμενο (interdisciplinary) αναπόφευκτα σχετίζεται, μεταξύ πολλών άλλων, με το δίκαιο των συμβάσεων και το εργασιακό δίκαιο, χωρίς φυσικά αυτή η αλληλοεπίδραση να αναιρεί ή να επηρεάζει την ανεξαρτησία και αυτολειτουργία του αθλητικού δικαίου, τουναντίον πολλά στοιχεία προσαρμόζονται ανάλογα με τις αθλητικές ανάγκες, όπως εξηγεί εύστοχα στο βιβλίο του «Εισαγωγή στο Αθλητικό Δίκαιο», ο Βάσος Γεωργίου, νομικός και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Σύμφωνα με τους κανονισμούς εγγραφών/μεταγραφών της ΦΙΦΑ, «Regulations for the Status and Transfers of Players» (R.S.T.P.) οι οποίοι σχεδόν αυτούσιοι υιοθετούνται από την ΚΟΠ, αναφέρουν ρητά την ανάγκη ύπαρξης επαρκούς δικαιολογίας και αιτιολόγησης για τη μονομερή λύση συνεργασίας μεταξύ Συλλόγων και ποδοσφαιριστών, καθώς και τη ρητή απαγόρευση επιβολής χρηματικών ή/και άλλων κυρώσεων (πρόστιμα) ως αποτέλεσμα αγωνιστικής απόδοσης σε ατομικό ή/και ομαδικό επίπεδο.

Οι δε ποινές που μπορούν να αιτιολογηθούν και να θεωρηθούν βάσιμες ή/και δικαιολογημένες, συνήθως εμπίπτουν σε πειθαρχικά παραπτώματα και σπανιότερα σε παραβίαση ουσιωδών όρων συμβολαίου. Αυτές οι ποινές, λοιπόν, πρέπει αφενός να είναι λογικές σε έκταση και κατ’ αντιστοιχία των μηνιαίων απολαβών ενός ποδοσφαιριστή (συνήθως 10% των μηνιαίων απολαβών για κάθε πρώτο παράπτωμα και μετά αναλόγως διάφορων άλλων παραγόντων), αφετέρου πρέπει να εμπίπτουν και να ακολουθούν συγκεκριμένη νομική διαδικασία, την οποία με ευχαρίστηση είδαμε όλοι να συμπεριλαμβάνεται στο «ενιαίο συμβόλαιο» που συνομολογήθηκε μεταξύ ΚΟΠ και ΠΑΣΠ περί τα τέλη του 2015. Τέτοια διαδικασία συμπεριλαμβάνει αναγκαστικά την κλήση του ποδοσφαιριστή σε απολογία, τη διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας εσωτερικά του Συλλόγου, τη γραπτή αλληλουχία σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και πολλά άλλα.

Εύκολα εξάγει κανείς το συμπέρασμα ότι είναι νομικά λανθασμένο και ανυπόστατο να επιβάλει μια ομάδα πρόστιμο σε ποδοσφαιριστή, που δεν είχε την αναμενόμενη απόδοση (από μόνη της η «αναμενόμενη απόδοση» είναι όρος εντελώς υποκειμενικός), με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ένας ταμίας τράπεζας δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί από τον εργοδότη του χρηματικό πρόστιμο επειδή το ταμείο του είχε έλλειμα στο τέλος της εργάσιμου ημέρας. Το ίδιο ισχύει και με τον πιθανό υποβιβασμό του ποδοσφαιριστή για προπόνηση στην ομάδα Κ21 ή σε απομόνωση δια μέσου ατομικής προπόνησης, μόνο και μόνο επειδή δεν είχε την «απαιτούμενη» κατά τρίτους απόδοση.

Ο δε πρόωρος και μονομερής τερματισμός εργοδότησης, για καθαρά αγωνιστικούς λόγους, είναι από τα μεγαλύτερα αν όχι το μεγαλύτερο (αθλητικά προπατορικό) αμάρτημα. Δεν νοείται οποιοσδήποτε Σύλλογος να προχωρεί σε μονομερή τερματισμό εργοδότησης άνευ επαρκούς και υπαρκτής αιτιολόγησης («just cause»), κάτι που μετά από τη συμμετοχή μου στο νομικό χειρισμό (όχι στη δημιουργία) 19 διαφορετικών υποθέσεων στη ΦΙΦΑ και το CAS, θεωρώ ότι εμπέδωσα και φυσικά κατέχω σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό.

Το γενικό συμπέρασμα των πιο πάνω είναι ότι δεν μπορούμε σαν φίλαθλοι να αναμένουμε από την ομάδα μας ή/και τη διοίκηση του οποιουδήποτε Συλλόγου να τιμωρεί τους ποδοσφαιριστές ή ακόμα να προχωρεί εσχάτως στην αποπομπή τους εξαιτίας αγωνιστικών αποτυχιών ή/και υποκειμενικής αγωνιστικής απειθαρχίας και μη ικανοποιητικής απόδοσης.

Τονίζω ξανά τη λέξη «υποκειμενική» και σημειώνω ότι οφείλουμε συνειδητά να αποδεχτούμε ότι ως εργαζόμενοι, θα έχουν και τις κακές μέρες απόδοσης στο χώρο εργασίας τους. Το επιχείρημα σύγκρισης της απόδοσης ποδοσφαιριστών με τις απολαβές τους, τις συνθήκες εργασίας τους ή το εύρος των εργασιών τους, είναι άλλη συζήτηση που δεν επισέρχεται σε καμία περίπτωση στο νομικό πλαίσιο προστασίας των συνθηκών εργασίας των ποδοσφαιριστών.

Είναι της πάσης γνωστό ότι ειδικά οι ποδοσφαιριστές είναι και ακριβοπληρωμένοι και υπερπροστατευμένοι και κατοχυρωμένοι και αυτό ούτε αλλάζει, ούτε επιδέχεται αμφισβήτησης. Άρα ας βοηθήσουμε με τη δική μας επίγνωση των απλών αυτών δεδομένων σε σχέση με το αθλητικό δίκαιο και το εργασιακό δίκαιο στον αθλητισμό και ας απαλλάξουμε τον φίλο Πανίκκο και κάθε Πανίκκο (όπως φυσικά και κατά πολύ περισσότερο τις διοικήσεις των ομάδων μας) από την επαναλαμβανόμενη απαίτηση μας να ισοπεδώνουμε τους ποδοσφαιριστές με πρόστιμα, κυρώσεις και λοιπά μέτρα, απλά εξαιτίας μιας ήττας.

Στο κάτω κάτω είναι καιρός να προσθέσουμε και την ήττα στην αθλητική κουλτούρα μας, ως «υπαρκτή και ενίοτε αναμενόμενη».