Στα λόγια όλα είναι μια χαρά…

Όταν λέμε «έχουμε ταλέντο», θα πρέπει να έχουμε ενώπιόν μας συγκρίσιμα στοιχεία...

ΤΟΥ ΠΑΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

«Υπάρχει ταλέντο στην εθνική ομάδα». Μια φράση που έχει λεχθεί εκατοντάδες φορές και έχει γραφτεί ίσως χιλιάδες φορές στον Τύπο. Όσοι όμως την εκστομίζουν ή την υποστηρίζουν, καλό θα ήταν να γνωρίζουμε και ποια είναι εκείνα τα μετρήσιμα στοιχεία που μας δίδουν έρεισμα για να την υιοθετήσουμε. Σε σχέση με ποιον, με ποια, με τι… Από πού άντλησαν αισιοδοξία στο παρελθόν ή από πού αντλούν σήμερα αισιοδοξία και υποστηρίζουν κάτι τέτοιο;

Στον στίβο, για παράδειγμα, μπορούμε να έχουμε μια ισχυρή ένδειξη με βάση τις επιδόσεις των αθλητών μας σε Παγκόσμιες Γυμνασιάδες, Πανεπιστημιάδες, Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια Πρωταθλήματα Νέων κ.τ.λ. Στο ποδόσφαιρο όμως λέμε «έχουμε ταλέντο», αλλά δεν έχουμε μετρήσιμα στοιχεία. Για την ακρίβεια έχουμε. Βλέπουμε πόσο χρόνο έχουν στις ομάδες τους και οι αντίπαλοί μας.

Η Ισλανδία, για παράδειγμα, που τόσο πολύ την επικαλούμαστε τα τελευταία χρόνια, διαθέτει ταλέντο. Αυτή ναι! Γιατί διαπιστώνουμε πως έχει περίπου 80 ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται στο εξωτερικό. Αρκετοί δε αποτελούν βασικά στελέχη σε ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ, της Μπουντεσλίγκα, της Σέριε Α, της Πριμέρα Ντιβιζιόν, της Γαλλίας, της Ρωσίας…  Αν εννοούμε «έχουμε μερικούς ταλαντούχους ποδοσφαιριστές», έχουμε. Και πολύ καλούς μάλιστα. Είναι τρεις, τέσσερις ποδοσφαιριστές. Από αυτούς έχει και η Μάλτα και το Λουξεμβούργο. Πολύ περισσότερους έχει η Σλοβακία, η Ελβετία, η Βόρειος Ιρλανδία, το ΕΪΡΕ, η Δανία κ.τ.λ.

Όσο οι διεθνείς μας παραμένουν στην Κύπρο, δεν θα προοδεύσουν στον βαθμό που όλοι προσδοκούμε. Δεν θα αποκτήσουν παραστάσεις, εμπειρίες και θα κοιτάνε με δέος τους αντιπάλους τους. Δεν λέω να κερδίζουμε εκτός έδρας το Βέλγιο, όμως από την άλλη μπορούμε να ξεπεράσουμε χώρες όπως η Ολλανδία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Ουαλία, η Βοσνία, η Ουκρανία; Ακόμη και αν τις ξεπερνούσαμε, σε αυτή την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν θα προκρινόμασταν. Γιατί τρίτες τερμάτισαν στους ομίλους τους. Υπάρχουν δηλαδή άλλες 18 Εθνικές πάνω από τις συγκεκριμένες. Καταλαβαινόμαστε πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημά μας με «έπεα πτερόεντα». Εδώ οι πλείστοι διεθνείς μας δεν αγωνίζονται στις ομάδες τους, εννοώ δεν είναι βασικοί σε αυτές. Πώς περιμένουμε να είναι ανταγωνιστικοί όταν κάθε φορά στο δεύτερο παιχνίδι τους δεν έχουν τις φυσικές δυνάμεις;

Εκτός από το γεγονός ότι μας διαφεύγει πως και οι αντίπαλοί μας έχουν και αυτοί ταλέντο και ίσως περισσότερο και από τους δικούς μας, δεν μετράμε σωστά και το πόσο μας κοστίζει το δεύτερο από τα διπλά παιχνίδια που δίνουμε κάθε φορά. Τα τελευταία χρόνια συνήθως έχουμε παιχνίδια Τετάρτη – Σάββατο, Πέμπτη – Κυριακή ή Παρασκευή – Τρίτη κ.τ.λ. Στα πρώτα μας παιχνίδια έχουμε καλύτερα αποτελέσματα από τα δεύτερα, ανεξάρτητα βέβαια από έδρα και αντίπαλο. Ο λόγος είναι και οι δυνάμεις. Περίπου από το 2000 και έπειτα η εθνική μας ομάδα στα πρώτα παιχνίδια μέτρησε έξι νίκες, έναντι δύο στα δεύτερα. Σε βαθμούς έχουμε πάρει 20  στα πρώτα ματς και μόλις εννέα στα δεύτερα.

Προκειμένου να κατανοήσουμε τι ακριβώς ζητάμε, πού θέλουμε να πάμε και ποια οδό πρέπει να ακολουθήσουμε, πρέπει να ταξινομήσουμε, να θέσουμε σε λειτουργία εκείνες τις ονειροπολήσεις του ορθού λόγου που ονομάζουμε θεωρίες. Ακολουθεί με χειρουργική ακρίβεια και χωρίς παρέκκλιση η πράξη. Τότε δεν θα μιλάμε για ταλέντο αλλά θα το διαπιστώνουμε γιατί θα μπορούμε να κάνουμε τις συγκρίσεις.