Τα δύο ρίσκα, για τα οποία την πάτησε και ο Νταμπίζας

Το θετικό για την Ομόνοια, βάσει του σχεδιασμού από τον Νταμπίζα, αφορά στην παρουσία πολύ ποιοτικών επιθετικών, ειδικότερα των Ντάρμπισαϊρ, Κλέιτον και Χριστοφή...


ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΟΥΚΑ

Στον Νίκο Νταμπίζα δόθηκε το περασμένο καλοκαίρι μια εξαιρετική ευκαιρία για να κάνει τη διαφορά στην καριέρα του ως τεχνικός διευθυντής. Αν ήταν ο καταλληλότερος που θα μπορούσε να προσλάβει η Ομόνοια, σαφώς και σηκώνει συζήτηση, όμως ούτως ή άλλως είχε πολύ ευνοϊκές συνθήκες για να δείξει έργο.

Ανέλαβε το ηγετικό ποδοσφαιρικό πόστο σε μια ομάδα μέγιστου εκτοπίσματος, που δεν είχε υψηλό μέτρο σύγκρισης σε ό,τι αφορά στην πορεία της στο πρωτάθλημα κατά τα τελευταία χρόνια. Επί της ουσίας δεν είχε να συγκριθεί με κανέναν, άρα δεν χρειαζόταν σε χρόνο ρεκόρ να κάνει θαύματα. Ξέροντας πως ο κόσμος δεν επρόκειτο σε καμιά περίπτωση να κάνει τα στραβά μάτια σε τυχόν απόπειρα διοικητικής εμπλοκής στον σχεδιασμό, ο Νταμπίζας είχε την ευχέρεια να λειτουργεί εν λευκώ.

CYTAVISION - Live Sports

Δεν είχε και το μεγαλύτερο κονδύλι στη διάθεσή του αλλά ούτε και πενταροδεκάρες για να επικαλεστεί το οικονομικό ως εμπόδιο για να φτιάξει ένα ισχυρό ρόστερ. Του δόθηκε η ευχέρεια χρόνου για σκάουτινγκ, όπως και για την πρόσληψη ενός προπονητή που να ταιριάζει στις συνθήκες, στη νοοτροπία και με ικανότητα να συνδυάσει την ανάδειξη νέων παικτών με μια πορεία αντάξια του τεράστιου ονόματος της Ομόνοιας.

Εκ του αποτελέσματος, η πορεία του «τριφυλλιού» σε πρωτάθλημα και κύπελλο κάθε άλλο παρά δικαίωσε τον Νταμπίζα. Διότι και αυτός, όπως πολλοί άλλοι ομόλογοί του σε κυπριακές ομάδες, πήρε δύο ρίσκα, που δεν του βγήκαν. Το πρώτο ρίσκο είναι ότι ακολούθησε την πεπατημένη σε ό,τι αφορά στο βασικό κριτήριο των επιλογών του, δηλαδή προσέλαβε ένα γνωστό του προπονητή και έφερε παίκτες που ήξερε, χωρίς να είναι δεδομένο πως αυτούς χρειαζόταν η Ομόνοια για να πετύχει τους στόχους του.

Το δεύτερο ρίσκο του τεχνικού διευθυντή είναι πως δεν υπολόγισε επαρκώς τον βαθμό δυσκολίας ή, αν προτιμάτε, το αγωνιστικό επίπεδο των ομάδων -ειδικά- του πρώτου γκρουπ στο κυπριακό πρωτάθλημα. Αν το έπραττε, η ενδεκάδα των πρασίνων δεν θα στελεχωνόταν από αμυνόμενους οι οποίοι συχνά-πυκνά αγωνίζονται σαν παλαίμαχοι ή σαν Άη Βασίληδες, με συνέπεια να χαθούν βαθμοί, νίκες και προκρίσεις.

Σίγουρα, σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τη διάτρητη ανασταλτική λειτουργία της ομάδας σε αρκετούς αγώνες, από άποψης τακτικής, βαραίνει τον Τζον Κάρβερ. Έναν άνθρωπο που από την αρχή της σεζόν «φώναζε» πως δυσκολευόταν να επιφέρει τη σταθερότητα, να κάνει κινήσεις ματ από τον πάγκο ή να διορθώσει τα προβλήματα. Οι αριθμοί είναι αδιάψευστος μάρτυρας και φανερώνουν επίσης πως η διοίκηση ρίσκαρε με τη μεγάλης διάρκειας στήριξή του. Όχι επειδή έκανε λάθος που στήριξε τον προπονητή αλλά γιατί πίστεψε στον Κάρβερ ότι θα έφερνε την αλλαγή, με την ίδια πρακτική.

Το θετικό για την Ομόνοια, βάσει του σχεδιασμού από τον Νταμπίζα, αφορά στην παρουσία πολύ ποιοτικών επιθετικών, ειδικότερα των Ντάρμπισαϊρ, Κλέιτον και Χριστοφή. Προχθές, η ΑΕΛ ήταν μια χειρότερη εκδοχή της ήδη άσχημης εμφάνισής της που είχε προηγηθεί απέναντι στον ΑΠΟΕΛ. Στην 4άρα όμως που της έριξε το «τριφύλλι», πιστώνονται πρωτίστως οι επιθετικοί του. Οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν την ομάδα τους σε υψηλότερη βαθμολογική θέση, στα πλέι οφ, υπό την προϋπόθεση της ανασταλτικής βελτίωσης. Για να μην κτίζει η επίθεση και να γκρεμίζει η άμυνα.