Ο Κύπριος που δίδαξε ποδόσφαιρο στις φαβέλες!


ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Πολλές φορές στη ζωή μας πρέπει να βιώσουμε μια συγκλονιστική εμπειρία ή κατάσταση για να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε. Κάπως έτσι έγινε και στην περίπτωση του Γιώργου Χριστούδια, ο οποίος είχε την τύχη, όπως ο ίδιος ανέφερε στη συνέντευξή του στον Active 107,4 & 102,5, να ζήσει μια μοναδική εμπειρία, η οποία άλλαξε εντελώς τη φιλοσοφία του για το πώς αντιμετωπίζει πλέον τη ζωή. Ο Γιώργος ασχολήθηκε και ο ίδιος παλαιότερα με το ποδόσφαιρο, αφού αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό Λευκωσίας. Πήγε μέσω του εθελοντικού οργανισμού «Τζίβε Μπραζίλ» στη Βραζιλία και δίδαξε ποδόσφαιρο στα παιδιά, στη Φαβέλα Σάντα Μάρτα.

Η ιστορία του Γιώργου είναι άκρως ενδιαφέρουσα και ο Πανίκος Θεοδοσίου και η Μαρίνα Αργυρού τον φιλοξένησαν στην εκπομπή του Active 107,4 & 102,5, «Τα Λέμε Όλα», δίνοντάς του την ευκαιρία να μιλήσει για αυτή τη μοναδική εμπειρία που έζησε: «Νιώθω πολύ τυχερός και ευλογημένος που είχα αυτή την εμπειρία ζωής. Όλα ξεκίνησαν το 2013 με την κρίση, είχα κατάστημα με ρούχα και λόγω της κρίσης αναγκάστηκα να το κλείσω. Έμεινα άνεργος και αποφάσισα να αρχίσω μια αναζήτηση για να δω τι συμβαίνει στον κόσμο, εκτός Ευρώπης. Άρχισα να ψάχνω για διάφορους οργανισμούς εθελοντισμού, στην αρχή το έψαξα για Ασία, όμως μετά κατέληξα στη Βραζιλία και στο Ρίο ντε Τζανέιρο».

Και συνέχισε: «Με διάφορους τρόπους επικοινωνίας βρήκα τον κατάλληλο οργανισμό, ο οποίος έχει πολλά προγράμματα. Εγώ επέλεξα το πρόγραμμα ποδοσφαίρου. Έτσι το καλοκαίρι του 2014 πήγα στη Βραζιλία με σκοπό να βοηθήσω τα παιδιά μέσω ποδοσφαίρου, με στόχο να κρατηθούν μακριά από τα ναρκωτικά και από όλες τις επικίνδυνες καταστάσεις που συμβαίνουν στη Βραζιλία και να ενταχθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το πρόγραμμα λέγεται Σκόλα Μπόλα, δηλαδή προσπαθούσε να δώσει το μήνυμα στα παιδιά ότι πρώτα είναι το σχολείο και μετά το ποδόσφαιρο».

Τα πράγματα εκεί είναι όπως τα βλέπουμε στην τηλεόραση; Με συμμορίες και με διάφορες άσχημες καταστάσεις, τις οποίες δεν πρέπει να ζήσει ένα παιδί; «Ναι, υπάρχουν όλα αυτά. Φυσικά από το 2008, η κυβέρνηση έβαλε αστυνομία μέσα στις φαβέλες και έτσι απομάκρυνε τις συμμορίες, όμως ακόμη υπάρχουν».

Τι είναι η φαβέλα; «Είναι μια παραγκούπολη, μια φτωχή κοινότητα».

Πώς ζούνε τα παιδιά στις φαβέλες; «Τα παιδιά είναι πάρα πολύ χαρούμενα, παρόλο που ζούνε σε δύσκολες συνθήκες, συγκριτικά με το πώς ζούμε εμείς. Ουσιαστικά ζούνε σε παράγκες, χωρίς ανέσεις».

Ο άνθρωπος που θα πάει εκεί ως προπονητής πρέπει να είναι και ψυχολόγος, για να ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τα παιδιά και να τα κρατήσει μακριά από τα άσχημα που συμβαίνουν εκεί: «Ναι, έτσι είναι, όμως γενικά με την παρουσία σου εκεί τους δίνεις ελπίδα για το μέλλον».

Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν για σένα να ζήσεις κάτω από αυτές τις συνθήκες; «Στην αρχή ήταν δύσκολο γιατί πρέπει να βγεις από τη ζώνη ασφαλείας σου, μετά όμως ένιωθα κι εγώ το ίδιο ελεύθερος. Ένιωθα μεγάλη χαρά και στην πορεία ξεχνάς τις υλιστικές ανάγκες που μας δημιουργεί η κοινωνία μας».

Δεν ήταν επικίνδυνο να κυκλοφορείς κάποιες συγκεκριμένες ώρες; «Μέσα στην κοινότητα δεν ήταν επικίνδυνο, έξω από την κοινότητα όμως ήταν, κυρίως το βράδυ».

Πόσο εύκολη ήταν η προσαρμογή σου; «Επειδή το ήθελα πάρα πολύ και ανυπομονούσα να πάω, ήταν εύκολη».

Είναι περίεργο γιατί έρχονται τόσοι ποδοσφαιριστές στην Κύπρο από τη Βραζιλία και εμείς κάνουμε εξαγωγή προπονητή στη Βραζιλία… Πώς μπήκες στη νέα σου ζωή, πώς κατάφερες να προσεγγίσεις τα παιδιά; «Τα παιδιά στην αρχή ήταν πιο επιφυλακτικά, αλλά στην πορεία ήταν πιο δεκτικά για να μάθουν για τον τόπο μας και για διάφορα άλλα πράγματα».

Γνώριζαν την Κύπρο; «Όχι, καθόλου. Την Ελλάδα τη γνώριζαν. Τώρα ξέρουν και την Κύπρο».

Είναι η απόλυτη αντίθεση τι έχουμε εμείς και διαμαρτυρόμαστε  με το τι έχουν εκείνοι και προσπαθούν να ζήσουν… «Ίσως επειδή δεν ξέρουν αυτά που έχουμε εμείς και είναι χαρούμενοι γι’ αυτά που έχουν».

Όταν πήγες εκεί, ποιο ήταν το πρώτο σου μέλημα; «Να εγκλιματιστώ και να γνωρίσω την πόλη. Η φαβέλα που πήγα εγώ είναι πολύ γνωστή. Είναι η Σάντα Μάρτα, που βρίσκεται κάτω από το άγαλμα του Ιησού του Εσταυρωμένου. Μάλιστα σε αυτή τη φαβέλα γύρισε ο Μάικλ Τζάκσον το φιλμάκι για το τραγούδι «They don’t care about us» και από αυτό έγινε γνωστή. Προς τιμήν του, έχει και άγαλμά του».

Πήγες μόνος σου; Ήταν εύκολη η απόφαση; «Ναι, πήγα μόνος μου. Επειδή μου δημιουργήθηκε αυτή η ανάγκη να πάω εκτός Ευρώπης και συγκεκριμένα σε αυτές τις κοινότητες, θεωρώ πως ναι μεν ήταν δύσκολο στην αρχή, όμως στην πορεία αποδείχθηκε ότι ήταν εύκολη απόφαση».

Σε προσέγγισε κάποιος υπεύθυνος της κοινότητας, για να σε βοηθήσει; «Αυτή η κοινότητα είναι γύρω στις 8 χιλιάδες και υπάρχει υπεύθυνος, ο οποίος με καλωσόρισε και μου έδειξε τα κατατόπια».

 Οι οικογένειες είναι φιλικές και φιλόξενες; «Είναι πάρα πολύ φιλικοί και χαρούμενοι άνθρωποι».

Όταν προσαρμόστηκες, μετά τι έγινε; «Μπήκα σε καθημερινό πρόγραμμα με τα παιδιά. Κάναμε απογευματινή προπόνηση και γυμναστική, ενώ στη συνέχεια κάναμε και δίτερμα».

Άρα ένας πραγματικός προπονητής… «Στην ουσία ναι…»

Τι κέρδισες από αυτή την εμπειρία ζωής; «Πέρα από την αγάπη, κέρδισα και φιλίες, εξαιρετικά άτομα που έχουν την ίδια φιλοσοφία για τη ζωή. Το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από αυτή την εμπειρία, κατάλαβα πόσο σύντομη είναι η ζωή και ότι πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι με τα απλά πράγματα».

Ερχόμενος εδώ τι θα έλεγες στα μικρά παιδιά και στους γονείς τους; «Η ευτυχία έρχεται στα απλά πράγματα και στην επαφή μεταξύ γονιών και παιδιών και όχι στα υλικά αγαθά. Το ποδόσφαιρο δεν είναι όπως το καταλάβαμε εμείς. Είναι κάτι πολύ περισσότερο… Μπορείς να κρατήσεις τα παιδιά μακριά από άσχημα πράγματα».

Εμείς στην Κύπρο, όλοι οι γονείς έχουμε την απαίτηση τα παιδιά μας να παίξουν στο υψηλότερο επίπεδο. Δεν είναι όμως έτσι… «Σίγουρα δεν είναι έτσι. Είναι ωραία το παιδί μας να παίζει ποδόσφαιρο, να το απολαμβάνει και να κερδίζει αγάπη και υγεία».

Εκεί το ποδόσφαιρο κρατά τα παιδιά μακριά από κακές επιρροές και στην Κύπρο πάνε στα γήπεδα και δημιουργούν επεισόδια… «Δυστυχώς… Μετά από αυτή την εμπειρία σταμάτησα να πηγαίνω γήπεδο στην Κύπρο. Είδα το ποδόσφαιρο από άλλη πλευρά».

Έχουν την ευκαιρία να δουν κανονικό αγώνα ποδοσφαίρου από κοντά; «Ναι, μέσω αυτού του προγράμματος υπήρχε η ευκαιρία».

Άλλαξε ο τρόπος ζωής σου μετά από αυτή την εμπειρία; «Άλλαξε και χαίρομαι γι’ αυτό».

Θα άλλαζες κάτι από αυτά που έζησες; «Όχι, δεν θα άλλαζα τίποτα. Νιώθω γεμάτος και από κάθε ταξίδι που πάω, παίρνω και κάτι μαζί μου. Όλα αυτά ξεκίνησαν τυχαία. Μια αναποδιά μπορεί να φέρει θετικά πράγματα μετά και αυτό θέλω να περάσω στον κόσμο. Κάθε τι που συμβαίνει έχει τον λόγο του και μετά φέρνει κάτι άλλο».

«Νιώθω πως μετά από αυτό το μεγάλο βήμα, μπορώ να κάνω τα πάντα. Απέκτησα αυτοπεποίθηση», μας είπε ο Γιώργος Χριστούδιας μετά την απίστευτη εμπειρία στη Σάντα Μάρτα.

Εκείνος ο τόπος νιώθεις ότι είναι και δικός σου; «Ναι, είναι το δεύτερό μου σπίτι, τους επισκέφθηκα ξανά το 2016 και νιώθω σαν να είναι το χωριό μου».

Κινδύνευσες καθόλου σε εκείνες τις περιοχές; «Συμβαίνει αρκετές φορές. Απλά είναι να μη βρεθείς σε λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Όταν είσαι, εκεί προσπαθείς να προφυλαχθείς, να μην κρατάς κάτι το οποίο να προκαλεί. Σε όλες τις χώρες, όμως, συμβαίνουν αυτά. Οπόταν είναι και λίγο μύθος αυτό που λέγεται για τη Βραζιλία».

Ολοκληρώνοντας αυτό το έργο, σου έδωσε τη δύναμη για να συνεχίσεις και να κάνεις κάτι άλλο; «Μετά τη Βραζιλία, ταξίδεψα και σε άλλες χώρες του κόσμου και βλέποντας διάφορες καταστάσεις, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να συνεχίσω να προσφέρω. Άνοιξα ένα Πολιτιστικό Κέντρο, το οποίο λέγεται «Κόσμος Χωρίς Σύνορα», και σκοπός μου είναι να συνεχίσω το έργο του εθελοντισμού και στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό σε ευρύτερο φάσμα. Έκανα αδελφοποίηση με τον οργανισμό στη Βραζιλία και έχω στόχο να στείλω και κάποια άλλα άτομα εκεί, τα οποία ενδιαφέρονται να ζήσουν αυτή την εμπειρία. Κάποιος που θέλει να με βρει, μπορεί να το κάνει είτε μέσω facebook, στο «Κόσμος χωρίς Σύνορα», είτε στο τηλέφωνο 99422855».

Βρίσκεις ανταπόκριση; «Τώρα το ξεκίνησα και βρίσκω θετική ανταπόκριση και ελπίζω στη συνέχεια να πάμε πολύ καλύτερα».

Πώς μπορείς να βοηθήσεις κάποιον που θα σε προσεγγίσει; «Μπορώ να τον βοηθήσω όσον αφορά στο κομμάτι του εθελοντισμού και αν θέλει να ζήσει αυτή την εμπειρία, θα τον κατατοπίσω. Σκοπός μου είναι να βοηθήσω κι άλλα άτομα να ζήσουν αυτή την εμπειρία. Είναι η μεγαλύτερη μόρφωση που μπορεί να έχει κάποιος, πέρα από τα πτυχία. Ελπίζω να βοήθησα με τις δικές μου εμπειρίες για να δει ο κόσμος εδώ στην Κύπρο πώς ζει ο κόσμος σε άλλες κοινότητες και να μάθουμε να εκτιμάμε τη ζωή μας. Σας ευχαριστώ που αναδείξατε την ιστορία μου και θα είμαι πολύ χαρούμενος αν βρεθεί έστω και ένα άτομο να ενδιαφερθεί».

Πώς είναι η ζωή στη Βραζιλία και μέσα αλλά και έξω από τις φαβέλες; «Η ζωή είναι δύσκολη λόγω των συνθηκών που ζούνε, λόγω της έλλειψης εκπαίδευσης. Το σχολείο είναι έξω από τη φαβέλα, παλιά τα παιδιά δεν πήγαιναν γιατί δεν είναι μέρος της ζωής τους, τώρα όμως με αυτούς τους οργανισμούς εθελοντισμού άρχισαν σιγά – σιγά να πηγαίνουν και σχολείο. Έχουν αλλάξει αρκετά πράγματα από το παρελθόν».

Δεν ζηλεύουν τα παιδιά τη ζωή έξω από τη φαβέλα; «Υπάρχει μια παραλία, η Ιπανέμα, που είναι αρκετά γνωστή και πήγαινα όταν μπορούσα, όμως ντρεπόμουν κιόλας, γιατί αρκετά παιδιά δεν μπορούσαν να πάνε εκεί, καθώς δεν είχαν χρήματα να πάρουν το λεωφορείο να πάνε».

Το βιοτικό επίπεδο σε εκείνο το κομμάτι ποιο είναι; «Είναι πολύ χαμηλό, είναι της εργατιάς».

Μπορούν κάποια παιδιά από τη φαβέλα να βγουν στον έξω κόσμο; «Μπορούν, όμως αγαπάνε την κοινότητά τους και στο τέλος μένουν σε αυτή τη ζωή. Είναι μεγάλη θυσία αλλά και μεγάλη ευτυχία για αυτούς».

Πάνε σκάουτερ να δούνε τα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο; «Ένα παιδί πήγε στην ομάδα της Μποταφόκο. Την περίοδο που ήμουνα εγώ, κυρίως λόγω Μουντιάλ πήγαν αρκετοί σκάουτερ».

Ένα τυπικό 24ωρο μέσα στη φαβέλα πώς περνούσε; «Ξυπνούσαμε και είχαμε το πρόγευμα από φρούτα του Αμαζονίου. Όταν είχα ελεύθερο χρόνο, κατέβαινα στην πόλη, το απόγευμα είχαμε προπόνηση και μετά φαγητό, μας μαγείρευαν εκεί. Πολλές φορές κάναμε μπάρμπεκιου με τα παιδιά».

Τα παιδιά πώς περνούσαν τη μέρα τους; «Σχολείο, προπόνηση και στα σπίτια τους. Τα Σαββατοκύριακα ήταν πιο ελεύθερα και έπαιζαν με τους χαρταετούς, κάτι το οποίο επίσης λατρεύουν».

Υπάρχει αυτό το έμφυτο ποδοσφαιρικό ταλέντο που πιστεύουμε για τους Βραζιλιάνους; «Ναι, υπάρχει αυτό το ταλέντο και ίσως να υπάρχει λόγω του πάθους και της αγάπης που έχουν για το ποδόσφαιρο. Μου έκανε τρομερή εντύπωση το πώς αντιμετωπίζουν το ποδόσφαιρο γενικώς. Με πολλή σοβαρότητα. Είναι όλοι με μια μπάλα στα πόδια συνέχεια».

Παρόλες τις δύσκολες συνθήκες που ζουν τα παιδιά, μας είπες πως είναι χαρούμενα, σε αντίθεση με εμάς στην Κύπρο που έχουμε τα πάντα και όμως είμαστε συνεχώς δυσαρεστημένοι. «Αυτό είναι που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση και άλλαξε εντελώς τη φιλοσοφία της ζωής μου».

Τι μήνυμα θα ήθελες να στείλεις στους νεαρούς στην Κύπρο που έχουν όλα τα εφόδια για να αναδείξουν το ταλέντο τους όσον αφορά στο ποδόσφαιρο; «Απλά πρέπει να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε».

Πόσο εύκολο ήταν να σε δεχτούν τα παιδιά ως προπονητή τους και πόσο εύκολο ήταν να τους κάνεις να σε πιστέψουν, αλλά και να κάνεις και τις οικογένειές τους να σε εμπιστευθούν; «Η δυσκολία ήταν κυρίως στη γλώσσα, αλλά μετά με κάποιο μαγικό τρόπο μπαίνει στη μέση η γλώσσα της αγάπης και δημιουργήθηκε μια διαφορετική επικοινωνία μεταξύ μας. Οι οικογένειες, επειδή πήγα βάσει προγράμματος, με εμπιστεύθηκαν και μου έδειξαν αγάπη».

Τι κέρδισες από αυτή την εμπειρία; «Κέρδισα το να εκτιμάω τα απλά πράγματα στη ζωή. Γενικά στο τέλος είδα πως πήγα να δώσω, αλλά πήρα πολύ περισσότερα. Πήρα αγάπη, απλότητα, τον τρόπο ζωής που με εξέπληξε, το πόσο ευτυχισμένοι μπορούμε να είμαστε με τα λίγα και όχι με τα πολλά. Αυτό ίσως να ήταν και το πιο σημαντικό».

Τι ηλικίας ήταν τα παιδιά; «Από 6 μέχρι 12».

Άφησες έργο πίσω σου; Για αυτό που πήγες ήσουν γεμάτος όταν έφυγες; «Πάρα πολύ γεμάτος που ερχόμενος πίσω μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να φτιάξω ένα δικό μου Πολιτιστικό Κέντρο».

Διατηρείς επαφή με τα παιδιά; «Ναι με κάποια μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η κατάσταση εκεί είναι όπως την άφησα».

Η φωτογραφία έχει τη δική της ιστορία: Η μεγάλη αντίθεση. Πίσω οι ουρανοξύστες, το πλούσιο κομμάτι της Βραζιλίας και μέσα στη φαβέλα ένα παιδί ξυπόλυτο να παίζει μπάλα… Ο Γιώργος Χριστούδιας θυμάται: «Ήταν 2-3 μέρες πριν τον τελικό Μουντιάλ 2014, ανάμεσα στη Γερμανία και την Αργεντινή, και αρκετοί δημοσιογράφοι ήρθαν τότε στη φαβέλα και ένας από αυτούς έδωσε χρήματα στο παιδί να βάλει τη φανέλα της Αργεντινής. Παρά τον ποδοσφαιρικό ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στη Βραζιλία και την Αργεντινή, το παιδί λόγω της φτώχειας δέχθηκε και έβγαλε τη φώτο. Αυτή η εικόνα απεικονίζει τα πάντα… τα παιδιά είναι ξυπόλυτα με μια μπάλα στα πόδια σχεδόν όλη μέρα και ακόμα και η μπάλα δείχνει τη φτώχεια που υπάρχει».