Μια βιντεοκασέτα για άλλον, έφερε τον Τόμιτς στην Κύπρο

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΟΥΚΑ

Το καλοκαίρι του 1994, μετά την άνοδό του στην Α’ Κατηγορία, ο Άρης εμπιστεύτηκε την τεχνική του ηγεσία στον Τάκη Αντωνίου. Αρχίζοντας τον σχεδιασμό, ο Κύπριος τεχνικός είχε ενώπιόν του προς αξιολόγηση και το όνομα του Γιόβο Μίσιελιτς. Ο επιθετικός της Νις του κίνησε την περιέργεια και είπε στον μάνατζερ που τον πρότεινε: «Θέλω να τον δω σε 90λεπτη συμμετοχή».

Όπως και έγινε. Εξασφαλίστηκε η βιντεοκασέτα ενός αγώνα που είχε γίνει μερικά χρόνια νωρίτερα και ο κόουτς των πρασίνων της Λεμεσού άρχισε να την παρακολουθεί. Αμέσως, ρώτησε να μάθει ποιος ήταν ο ψιλόλιγνος ανασταλτικός μέσος της Ραντνίτσκι Νις. «Βλάνταν Τόμιτς», ήταν η απάντηση που έλαβε, για να δώσει την εντολή: «Φέρτε τον στον Άρη».

CYTAVISION - Live Sports

Ο 27χρονος τότε παίκτης, με θητεία και στον Καναδά, έμεινε ελεύθερος από τη Σλάβια Σόφιας και δέχτηκε να μετακομίσει στην Κύπρο για συμβόλαιο συνεργασίας 17 χιλιάδων λιρών ετησίως. Ήρθε ως άγνωστος μεταξύ αγνώστων αλλά πολύ γρήγορα μας συστήθηκε ως ένας από τους ποιοτικότερους χαφ των κυπριακών γηπέδων.

Ασταμάτητος, εγκεφαλικός, έξυπνος στην τακτική, συνδύαζε το μαρκάρισμα με τις δημιουργικές αρετές, έβαζε γκολ και γρήγορα αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή για την «Ελαφρά Ταξιαρχία». Μπήκε από νωρίς στο στόχαστρο των μεγάλων ομάδων και το 1997 η Ανόρθωση πήρε την υπογραφή του. Ντυμένος στα κυανόλευκα, ο Τόμιτς έγινε ένα από τα βασικά ατού της ομάδας του Ντούσαν Μιτόσεβιτς που σάρωνε τους τίτλους.

Άλλος στη θέση του θα μπορούσε να γινόταν ένα σύνηθες πρωτοσέλιδο, μία γνώριμη φιγούρα των ερτζιανών και της τηλεόρασης. Όχι, όμως, ο Βλάνταν. Η ήρεμη προσωπικότητά του, δεν το επέτρεπε. Η έγνοια του ήταν να κρατά το καλό του όνομα μόνο με τη δουλειά και τη συμπεριφορά του εντός του αγωνιστικού χώρου. Να χαίρει της εκτίμησης των συμπαικτών, του προπονητή και των φιλάθλων. Είχε μονίμως το άγχος «να μη θυμώσει ο πρόεδρος» και ποτέ δεν αντιμετώπισε μισθοφορικά την ομάδα στην οποία αγωνιζόταν.

Τα ίδια μαρτυρούν όσοι τον έζησαν στον Άρη, στην Ανόρθωση, αλλά και στην ΑΕΛ στην οποία θήτευσε τη διετία 2000-02. Από το 2002 μέχρι το 2004 ξαναφόρεσε τη φανέλα με το αρειανό αστέρι, όπως και αυτήν με τον φοίνικα, ολοκληρώνοντας μια πετυχημένη δεκαετία στο κυπριακό πρωτάθλημα. Με επιστέγασμα την κλήση του στην Εθνική Κύπρου, με την οποία αγωνίστηκε σε πέντε αγώνες το 2002 και το 2003, μόλις απέκτησε την υπηκοότητα. Ήταν κι αυτός ένας από τους Σερβοκύπριους που τίμησαν και σεβάστηκαν τον τόπο που τους ανέδειξε.

Δυστυχώς, ο σπουδαίος αυτός ποδοσφαιριστής, ο αντί-σταρ, δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσά μας. Έφυγε νωρίς, εντελώς ξαφνικά, μόλις στα 49 του χρόνια, σκορπώντας τη θλίψη σε όσους είχαν την τιμή να τον γνωρίσουν. Άφησε πίσω τους, όμως, ένα τόσο βαρύ όνομα που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχαστεί και πάντα θα μνημονεύεται.