Αυτοί κινούν τα νήματα και τα εκατομμύρια

Όσες περισσότερες και συχνότερες προσθαφαιρέσεις σε ένα ρόστερ και σε ένα τεχνικό επιτελείο, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους μεσάζοντες, στους οποίους σαφώς και συμφέρει περισσότερο η αποτυχία παρά η σταθερότητα μιας ομάδας...

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΟΥΚΑ

Μία από τις ανοικτές πληγές του ποδοσφαίρου, την οποία οι πάντες επιλέγουν να αγνοούν παρά να την επουλώσουν, έχει όνομα: ατζέντηδες. Μια αόριστη και απρόσωπη έννοια για το ευρύ κοινό και συνάμα ένας πασίγνωστος κύκλος ανθρώπων για όσους διοικούν τους συλλόγους.

Είναι οι άτυποι στενοί συνεργάτες προέδρων, ισχυρών παραγόντων και προπονητών. Οι συμβουλάτορες των ποδοσφαιριστών, μέτοχοι αθλητικών ιστοσελίδων και οι δικαιούχοι του κατοχυρωμένου από τη FIFA ποσοστού του 10% του τζίρου των μετεγγραφών, στην περίπτωση μας από και προς την Κύπρο.

Πόσα εκατομμύρια ευρώ δαπανούν ετησίως οι ομάδες μας συνολικά; Είκοσι, τριάντα, σαράντα; Περισσότερα; Σκεφτείτε λοιπόν την προμήθεια μόνο του 10 τοις εκατό σε τέτοια ποσά, χώρια τα μπόνους, κι έχετε την πρώτη απάντηση στα εξής ερωτήματα: γιατί οι μανατζαραίοι κινούν τα νήματα στον τομέα τους και γιατί πάνε πακέτο με παράγοντες και προπονητές, οι οποίοι ψωνίζουν πάντα από τον «συνεργάτη» τους.

Τώρα θα μου πείτε ότι το ίδιο συμβαίνει σε πάρα πολλές χώρες. Σωστό. Με μια διαφορά: στη δική μας χώρα, τα οικονομικά στο ποδόσφαιρο δεν είναι και υπόδειγμα διαφάνειας. Κι ένας μικρός τόπος όπως ο δικός μας δεν έχει την πολυτέλεια για πολυέξοδες χαμένες επενδύσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις μειώνουν αισθητά τις πιθανότητες ανάδειξης ντόπιων ταλέντων.

Σαφώς και υπάρχουν σωστοί ατζέντηδες, νόμιμοι και προσεκτικοί, πλην όμως αποτελούν μια μικρή μερίδα. Τα μεγάλα ψάρια κάνουν το κουμάντο. Ανεβάζουν τις τιμές των μετεγγραφών, δημιουργούν τεχνητό ενδιαφέρον τρίτων για τον πελάτη τους ανά πάσα στιγμή, μπορούν να εμψυχώσουν ή να καταρρακώσουν το ηθικό ποδοσφαιριστών και διοχετεύουν πληροφορίες στα ΜΜΕ.

Η δε απουσία ασφαλιστικής δικλείδας από την οικεία ομοσπονδία και κατ’ επέκταση του ορίου μετεγγραφών που μπορεί να κάνει ένας μάνατζερ, δημιουργεί το φαινόμενο της πελατειακής σχέσης μερικών από αυτούς, μαζί με πολυάριθμους παίκτες οι οποίοι αγωνίζονται σε διαφορετικές ομάδες. Για να μην θυμηθούμε πως ο κάθε μάνατζερ έχει την ευχέρεια να εμφανίσει ένα συγγενικό του πρόσωπο ως ιδιοκτήτη της επιχείρησής του, ώστε ανενόχλητος να καθίσει σε μια προεδρική καρέκλα ή σε έναν πάγκο ομάδας.

Το τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σοβαρό σύμπτωμα της ασθένειας είναι το ακόλουθο: Οι εκάστοτε (διοικητικοί και τεχνικοί) ιθύνοντες των συλλόγων, αντί να στηρίζονται σε ένα επαγγελματικού επιπέδου σκάουτινγκ, κοιτάζοντας ολόχρονα εντός και εκτός Κύπρου για ταλέντα σε προσιτές τιμές, ώστε να κάνουν έγκαιρα τις επιλογές τους (χωρίς να σημαίνει πως δεν πρέπει να προσεγγίζουν και φτασμένους παίκτες άμα μπορούν), καταλήγουν να αξιολογούν τις προτάσεις των μάνατζερ με τους οποίους συνεργάζονται. Περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή για τον κρυμμένο θησαυρό, που πολλές φορές αποδεικνύεται άνθρακας. Διότι δεν ξέρουν καλά-καλά τι πάνε και αγοράζουν.

Όσες περισσότερες και συχνότερες προσθαφαιρέσεις σε ένα ρόστερ και σε ένα τεχνικό επιτελείο, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους μεσάζοντες, στους οποίους σαφώς και συμφέρει περισσότερο η αποτυχία παρά η σταθερότητα μιας ομάδας. Την ίδια ώρα που ο κοσμάκης χορταίνει από υποσχέσεις για υπερβάσεις, πλάνα, οράματα, πορείες ανάκαμψης αντάξιες του επιπέδου της ομάδας του και άλλα παρόμοια σλόγκαν.