Ρεάλ Μαδρίτης-Μπαρτσελόνα: Από τον γιο του συνθέτη, στον «προδότη»

Με αφορμή το αποψινό clasico, το ΑΠΕ-ΜΠΕ παρουσιάζει μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις «διπλών πρακτόρων»...


Παρότι τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο σπανίζει, δεν είναι λίγοι οι παίκτες που έχουν αγωνιστεί στους δύο μεγάλους αντιπάλους του ισπανικού ποδοσφαίρου. Συνολικά 39 ποδοσφαιριστές καταγράφονται να έχουν φορέσει τη φανέλα τόσο της Ρεάλ Μαδρίτης όσο και της Μπαρτσελόνα, χωρίς να έχουν απαραίτητα μεταπηδήσει απευθείας από τον έναν σύλλογο στον άλλο.

Μέχρι το 1936, έτος έναρξης του ισπανικού εμφυλίου και της συνεπακόλουθης δικτατορίας του Φράνκο, οι σχέσεις μεταξύ των δύο ομάδων δεν ήταν ιδιαίτερα τεταμένες κι έτσι η μετακίνηση ενός ποδοσφαιριστή από την Μπαρτσελόνα στη Ρεάλ (το αντίθετο δρομολόγιο δεν ήταν και τόσο… συχνό) δεν προκαλούσε ιδιαίτερη αίσθηση. Με την πάροδο των χρόνων τα πράγματα έγιναν δυσκολότερα, καθώς αυξανόταν το μίσος μεταξύ των υποστηρικτών των δύο ομάδων.

Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ισπανία και το επαγγελματικό status του ποδοσφαίρου «άνοιξαν δρόμο» μεταξύ Μαδρίτης και Βαρκελόνης και, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1990, δεν ήταν λίγοι όσοι (κυρίως ξένοι πάντως…) φόρεσαν και τις δύο φανέλες. Ολα αυτά βέβαια μέχρι το 2000 και την… αρπαγή του Λουίς Φίγκο από τον Φλορεντίνο Πέρεθ. Η «υποδοχή» που επιφύλαξαν οι Καταλανοί στον Πορτογάλο άσο, όταν επέστρεψε ως αντίπαλος στο «Καμπ Νου», όχι απλά έμεινε… αξέχαστη στον ίδιο, αλλά έκανε πολύ διστακτικούς τους… επίδοξους μιμητές του.

CYTAVISION - Live Sports

Με αφορμή το αποψινό clasico, το ΑΠΕ-ΜΠΕ παρουσιάζει μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις «διπλών πρακτόρων»:

ΑΛΦΟΝΣΟ ΑΛΜΠΕΝΙΘ: Γιος ενός εκ των σημαντικότερων Ισπανών μουσικοσυνθετών του 19ου αιώνα, του Ισαάκ Αλμπένιθ, ο γεννημένος το 1886 Αλφόνσο Αλμπένιθ καταγράφεται ως ο πρώτος ιστορικά που πέρασε στην… αντίπερα όχθη, το 1902, σε ηλικία μόλις 16 ετών. Ιδρυτικό μέλος της Μπαρτσελόνα, το 1901, ο Αλμπένιθ έφυγε ένα χρόνο αργότερα για σπουδές στην πρωτεύουσα και εγγράφηκε στον Ποδοσφαιρικό Ομιλο Μαδρίτης (όπως λεγόταν στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της η Ρεάλ). Αγωνίστηκε για πολλά χρόνια στη Ρεάλ και αργότερα διετέλεσε και διοικητικό στέλεχός της, ενώ υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της ομοσπονδίας διαιτητών της Ισπανίας.

ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΘΑΜΟΡΑ: Το βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο στον καλύτερο τερματοφύλακα του ισπανικού πρωταθλήματος φέρει το όνομά του και αυτό από μόνο του καταδεικνύει την αξία του θρυλικού Ρικάρντο Θαμόρα. Ο κορυφαίος γκολκίπερ της Ισπανίας (τουλάχιστον) προπολεμικά συνέδεσε το όνομά του με την Εσπανιόλ, αλλά αγωνίστηκε και στους δύο «αιωνίους». Επαιξε για μία τριετία (1919-1922) στην Μπαρτσελόνα, ενώ στη Ρεάλ υπέγραψε στο ζενίθ της καριέρας του, το 1930, και έμεινε ως το 1936. Υπήρξε από τους πρωταγωνιστές στο πρώτο πρωτάθλημα των «μερένγκες», την περίοδο 1931-32, ενώ μυθική θεωρείται η εμφάνισή του στον τελικό κυπέλλου του 1936, όταν η Ρεάλ νίκησε 2-1 την… Μπαρτσελόνα, αν και έπαιζε για πολλή ώρα με δέκα παίκτες.

ΓΙΟΣΕΠ ΣΑΜΙΤΙΕΡ: Ενα από τα μεγαλύτερα αστέρια της προεμφυλιακής Μπαρτσελόνα, ο Γιόσεπ Σαμιτιέρ έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που προκάλεσε αντιδράσεις με τη μετακίνησή του στη Ρεάλ, το 1932. Αγωνίστηκε επί 13 χρόνια στους «μπλαουγκράνα» και είναι μέχρι σήμερα ο τρίτος σκόρερ στην ιστορία του συλλόγου με 333 γκολ. Στη Μαδρίτη ο «άνθρωπος-ακρίδα», όπως ήταν το παρατσούκλι του, έμεινε δύο χρόνια χωρίς ανάλογη επιτυχία. Με την πάροδο των χρόνων η… προδοσία του ξεχάστηκε και ο Σαμιτιέρ επέστρεψε τη δεκαετία του 1940 ως προπονητής στην Μπαρτσελόνα και την οδήγησε στην κατάκτηση ενός πρωταθλήματος, ενώ αργότερα έπαιξε καθοριστικό ρόλο (ως scout) στην απόκτηση του μετέπειτα θρύλου των Καταλανών, Λαντισλάο Κουμπάλα.

ΖΟΥΣΤΟ ΤΕΧΑΔΑ: Ακόμη μία σημαντική προσωπικότητα των «μπλαουγκράνα», ο Ζούστο Τεχάδα αγωνίστηκε στην Μπαρτσελόνα από το 1953 έως το 1961 και κατέκτησε δύο πρωταθλήματα, δύο κύπελλα Ισπανίας και δύο Κύπελλα Εκθέσεων (προπομπός του Κυπέλλου UEFA). Το 1961 απομακρύνθηκε από την ομάδα της Βαρκελόνης και δεν δίστασε να υπογράψει στη Ρεάλ, σε μία εποχή που οι σχέσεις των δύο συλλόγων είχαν επιδεινωθεί, εξαιτίας της υπόθεσης του Αλφρέδο ντι Στέφανο (βλ. παρακάτω). Ο Τεχάδα έμεινε δύο χρόνια στη Μαδρίτη και πανηγύρισε ισάριθμα πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο, πριν κλείσει την καριέρα του στην Εσπανιόλ.

ΕΒΑΡΙΣΤΟ: Ο Βραζιλιάνος επιθετικός, που έκανε μεγάλο όνομα στην πατρίδα του με τη φανέλα της Φλαμένγκο, μεταγράφηκε το 1957 στην Μπαρτσελόνα και έπαιξε εκεί πέντε χρόνια. Σημείωσε 78 γκολ σε 114 αγώνες πρωταθλήματος και κατέκτησε δύο πρωταθλήματα, ένα κύπελλο και δύο Κύπελλα Εκθέσεων. Το 1962, όμως, αρνήθηκε την πρόταση των Καταλανών να πάρει ισπανική υπηκοότητα, ώστε να μην καταλαμβάνει θέση ξένου, και αποχώρησε προκειμένου η Μπαρτσελόνα να υπογράψει τον Ουρουγουανό Λουίς Αλμπέρτο Κουμπίγια. Η… αντίδραση του Εβαρίστο ήταν να υπογράψει στη Ρεάλ, όπου έμεινε τρία χρόνια και πανηγύρισε δύο πρωταθλήματα, χωρίς πάντως να έχει πολλές συμμετοχές.

ΜΠΕΡΝΤ ΣΟΥΣΤΕΡ: Ο τεχνίτης Γερμανός μέσος αγωνίστηκε για οκτώ χρόνια στην Μπαρτσελόνα (1980-88), κατακτώντας συνολικά οκτώ τίτλους, μεταξύ των οπίων ένα πρωτάθλημα και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων. Εμεινε ελεύθερος το 1988 και υπέγραψε στη Ρεάλ, με την οποία πανηγύρισε δύο πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο σε μια διετία. Ο Σούστερ είναι… ειδική περίπτωση, καθώς μετά τη Ρεάλ έπαιξε για τρία χρόνια και στην Ατλέτικο Μαδρίτης, ενώ αργότερα είχε ένα πέρασμα από το «Μπερναμπέου» και ως προπονητής, κατακτώντας μάλιστα το πρωτάθλημα του 2008.

ΛΟΥΙΣ ΜΙΓΙΑ: Από τα αγαπημένα παιδιά του Γιόχαν Κρόιφ, που τον καθιέρωσε στην πρώτη ομάδα της Μπαρτσελόνα και τον στήριξε όσο ελάχιστους. Το 1990, ο Μίγια ήρθε σε ρήξη με τη διοίκηση των «μπλαουγκράνα» και τον ίδιο τον Κρόιφ, καθώς ζητούσε περισσότερα χρήματα για να ανανεώσει το συμβόλαιό του. Τελικά έμεινε ελεύθερος και η Ρεάλ έσπευσε να του προσφέρει συμβόλαιο και να τον κάνει δικό της. Ο Μίγια έμεινε επτά χρόνια στη Μαδρίτη και κατέκτησε δύο πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο (είχε από ένα και με την Μπαρτσελόνα), πριν ολοκληρώσει την καριέρα του στη Βαλένθια. Οταν αποχώρησε ο Μίγια από τη Βαρκελόνη, ο Κρόιφ αποφάσισε να καλύψει τη θέση του αμυντικού χαφ εκ των έσω, προωθώντας έναν παίκτη από τις ακαδημίες του συλλόγου. Το όνομά του ήταν Πεπ Γκουαρντιόλα…

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΜΟΥΝΙΟΘ (ΝΑΝΤΟ): «Προϊόν» των ακαδημιών της Σεβίλης, ο Νάντο μεταγράφηκε στην Μπαρτσελόνα το 1990 και ήταν βασικός σέντερ μπακ της ομάδας που κατέκτησε το παρθενικό Κύπελλο Πρωταθλητριών των «μπλαουγκράνα», το 1992. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψει στη Σεβίλη και πλήρωσε από την τσέπη του 500 εκατομμύρια πεσέτες για να τα καταφέρει. Μόνο που ο Νάντο δεν επρόκειτο να ξαναφορέσει τη φανέλα των Ανδαλουσιάνων, οι οποίοι τον πούλησαν απευθείας στη Ρεάλ, «πακέτο» με τον Ιβάν Ζαμοράνο!

ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΧΑΤΖΙ: Ο αποκαλούμενος «Μαραντόνα των Βαλκανίων» δεν… στέριωσε πουθενά στην καριέρα του, εκτός από τα τελευταία χρόνια στη Γαλατάσαραϊ. Κατά τη διάρκεια της… περιοδείας του ανά την Ευρώπη, πέρασε και από τους δύο μεγάλους της Ισπανίας, πρώτα από τη Ρεάλ (1990-92) κι έπειτα από την Μπαρτσελόνα (1994-96), με μία ενδιάμεση διετία στην ιταλική Μπρέσια. Το χαρακτηριστικό είναι ότι και οι δύο ομάδες πλήρωσαν για να τον αποκτήσουν μετά από τις εμφανίσεις του στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1990 και του 1994.

ΜΙΚΑΕΛ ΛΑΟΥΝΤΡΟΥΠ: Ακόμη ένας… αρτίστας της μπάλας που πέρασε τόσο από το «Καμπ Νου» όσο και από το «Σαντιάγκο Μπερναμπέου». Μεταγράφηκε στην Μπαρτσελόνα από τη Γιουβέντους το 1989 και υπήρξε ένας από τους ηγέτες της «Dream Team» του Γιόχαν Κρόιφ, που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1992. Τη σεζόν 1993-94, όμως, έχασε τη θέση του στη βασική ενδεκάδα, ήρθε σε ρήξη με τον Ολλανδό τεχνικό και στο τέλος της χρονιάς αποχώρησε και υπέγραψε στη Ρεάλ, στην οποία έμεινε δύο χρόνια. Ο Δανός έχει το προνόμιο να είναι ο μοναδικός που έχει ζήσει από την πλευρά των νικητών δύο συντριπτικά αποτελέσματα σε clasico: ήταν παίκτης της Μπαρτσελόνα στο 5-0 επί της Ρεάλ στο «Καμπ Νου», τον Ιανουάριο του 1994, ενώ ένα χρόνο αργότερα φορούσε τη φανέλα των «μερένγκες» στο 5-0 επί των Καταλανών στο «Μπερναμπέου»!

ΛΟΥΙΣ ΕΝΡΙΚΕ: Αν δεν υπήρχε η περίπτωση του Λουίς Φίγκο, αυτή θα ήταν η πιο πολυσυζητημένη μετακίνηση ποδοσφαιριστή μεταξύ των δύο «αιωνίων». Αφού αναδείχθηκε στη Σπόρτινγκ Χιχόν, ο Λουίς Ενρίκε μεταγράφηκε το 1991 στη Ρεάλ και την υπηρέτησε επί μία πενταετία, κατακτώντας ένα πρωτάθλημα κι ένα κύπελλο. Το καλοκαίρι του 1996 το συμβόλαιό του έληξε και ο ίδιος αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να υπογράψει στην Μπαρτσελόνα.

Οι Καταλανοί τον υποδέχθηκαν… ψυχρά, όμως στην πορεία των χρόνων ο Λουίς Ενρίκε, όχι απλά κέρδισε την εκτίμησή τους, αλλά σχεδόν ταυτίστηκε με την Μπαρτσελόνα, στην οποία ολοκλήρωσε την καριέρα του (2004), πανηγυρίζοντας στην οκταετία αυτή δύο πρωταθλήματα, δύο κύπελλα, ένα Κύπελλο Κυπελλούχων κι ένα Σούπερ Καπ Ευρώπης. Παρέμεινε στους «μπλαουγκράνα» κι αφότου «κρέμασε τα παπούτσια του», διετέλεσε προπονητής της Β΄ ομάδας και, αφού έκανε το… αγροτικό του σε Ρόμα και Θέλτα, επέστρεψε ως πρώτος προπονητής το 2014 και στην πρώτη του σεζόν πέτυχε τρεμπλ, κατακτώντας Champions League, πρωτάθλημα και κύπελλο. Το καλοκαίρι θα αποχωρήσει μετά από τρία χρόνια στον πάγκο, αλλά πλέον θεωρείται… βέρος «μπλαουγκράνα» και μοιραία… κόκκινο πανί στο «Μπερναμπέου».

ΡΟΝΑΛΝΤΟ: Η Μπαρτσελόνα φρόντισε να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του «φαινομένου» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου το 1996, πριν ακόμη ο Ρονάλντο (που είχε… βγάλει μάτια με την Αϊντχόφεν) κλείσει τα 20 του χρόνια. Μία φανταστική σεζόν (47 γκολ σε 49 αγώνες!), συνδυασμένη με ένα Κύπελλο Κυπελλούχων κι ένα κύπελλο Ισπανίας, έκανε τη διοίκηση των Καταλανών να προσφέρει στον Βραζιλιάνο επιθετικό συμβόλαιο ως το 2006! Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα για τις υπογραφές, κάποιες λεπτομέρειες (που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν στην ολότητά τους) «χάλασαν» το deal!

Ο Ρονάλντο έφυγε από τη Βαρκελόνη, έπαιξε πέντε χρόνια στην Ιντερ και το καλοκαίρι του 2002 προστέθηκε στους «galacticos» του Φλορεντίνο Πέρεθ. Η καριέρα του στη Ρεάλ σημαδεύτηκε από σοβαρούς τραυματισμούς, αλλά έστω κι έτσι ο Ρονάλντο πρόλαβε να σημείωσει 104 γκολ και να κατακτήσει δύο πρωταθλήματα, πριν φύγει το 2007 για τη Μίλαν.

ΣΑΜΟΥΕΛ ΕΤΟ: Τα… λαγωνικά της Ρεάλ ήταν αυτά που ανακάλυψαν τον Καμερουνέζο και τον ενέταξαν στις ακαδημίες του συλλόγου, σε ηλικία 15 ετών. Ο Ετό δεν κατάφερε ποτέ να «τρυπώσει» στην πρώτη ομάδα των «μερένγκες», δόθηκε δανεικός σε Λεγανές, Εσπανιόλ και Μαγιόρκα, με την τελευταία να τον αποκτά τελικά με «κανονική» μεταγραφή το 2000. Στους νησιώτες ο Ετό έκανε τρομερά πράγματα και το καλοκαίρι του 2004 η Μπαρτσελόνα κινήθηκε για την απόκτησή του.

Ο Φλορεντίνο Πέρεθ προσπάθησε λυσσαλέα να «μπλοκάρει» τη μεταγραφή, αλλά η επιμονή του Αφρικανού και το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να παίξει στη Ρεάλ, που δεν είχε κενή θέση ξένου, έκαναν τον Ετό κάτοικο Βαρκελόνης. Στην πρώτη του χρονιά στην Μπάρτσα κατέκτησε το πρωτάθλημα και στους πανηγυρισμούς… έβγαλε το άχτι του, φωνάζοντας υβριστικό σύνθημα κατά της Ρεάλ (για το οποίο τιμωρήθηκε με πρόστιμο από την ομοσπονδία). Ο Καμερουνέζος έγινε φυσικά persona non grata στη Μαδρίτη, αλλά στην πρωτεύουσα της Καταλονίας λατρεύτηκε και έμεινε πέντε χρόνια, κατακτώντας δύο Champions League, τρία πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο Ισπανίας.

ΛΟΥΙΣ ΦΙΓΚΟ: Το 2000, ο μεγιστάνας Φλορεντίνο Πέρεθ θέτει υποψηφιότητα για την προεδρία της Ρεάλ Μαδρίτης και η βασική προεκλογική του εξαγγελία είναι η απόκτηση του Λουίς Φίγκο, που την εποχή εκείνη μεσουρανεί στη μισητή Μπαρτσελόνα. Υποστηρίζει μάλιστα ότι έχει υπογράψει ιδιωτικό συμφωνητικό με τον Πορτογάλο άσο και του έχει ήδη καταβάλλει χρήματα ως… καπάρο. Η σεζόν είναι ακόμη σε εξέλιξη και ο Φίγκο διαψεύδει μετά βδελυγμίας τους ισχυρισμούς του Πέρεθ. Ο τελευταίος κερδίζει τις εκλογές και η αλήθεια αποκαλύπτεται: ο Πορτογάλος έχει όντως συμφωνήσει και η Ρεάλ πληρώνει τη ρήτρα αποδέσμευσής του, περίπου 60 εκατ. δολάρια, και τον εντάσσει στο δυναμικό της.

Η αντίδραση των οπαδών της Μπαρτσελόνα ξεφεύγει από τα όρια. Τον αποκαλούν προδότη, Ιούδα, μισθοφόρο και άλλα… λιγότερο ευγενικά, και τον υποδέχονται στην πρώτη επίσκεψη στο «Καμπ Νου» με μπουκάλια, αναπτήρες, ακόμη και κινητά τηλέφωνα. Αν ο Φίγκο πίστευε ότι η πρώτη φορά θα ήταν δύσκολη, διαψεύδεται το 2002, στην τρίτη του χρόνια στη Ρεάλ. Οταν κάνει το… λάθος να πάει να εκτελέσει κόρνερ μπροστά στην εξέδρα των σκληροπυρηνικών οπαδών της Μπαρτσελόνα, δέχεται βροχή αντικειμένων, μεταξύ των οποίων ένα μπουκάλι ουίσκι, ένα μαχαίρι (!) και μία… γουρουνοκεφαλή!!!

ΑΛΦΡΕΝΤΟ ΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟ: Το αφιέρωμα αυτό δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει τον θρυλικό Αργεντινό επιθετικό, έστω κι αν αυτός δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπαρτσελόνα. Ο Ντι Στέφανο αποτέλεσε τη βασική αφορμή για την επιδείνωση των σχέσεων των δύο συλλόγων και τη γιγάντωση της κόντρας τους, που έτσι κι αλλιώς έχει βαθιές -πολιτικές, εθνοτικές και κοινωνικές- ρίζες, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταγραφή του στη Ρεάλ διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, αφού γύρω του «χτίστηκε» η ομάδα που κατέκτησε τα πέντε πρώτα Κύπελλα Πρωταθλητριών, από το 1956 ως το 1960. Οι δύο ομάδες κυνηγούν την υπογραφή του το 1953, όταν ο Ντι Στέφανο παίζει στη Μιγιονάριος της Κολομβίας.

Αμφότερες υποστηρίζουν ότι έχουν συμφωνήσει μαζί του και η ισπανική ομοσπονδία και ειδικός επιτετραμμένος της FIFA καλούνται να δώσουν λύση. Καταλήγουν στην πρωτοφανή απόφαση ότι και οι δύο ομάδες έχουν δικαιώματα του παίκτη, ο οποίος θα πρέπει να παίζει εκ περιτροπής και στις δύο (μία σεζόν στην καθεμία)! Η Μπαρτσελόνα αρνείται και αποσύρεται, ενώ η διοίκησή της παραιτείται. Ο Ντι Στέφανο καταλήγει στη Ρεάλ, όπου θα γράψει ιστορία, σημειώνοντας 307 γκολ σε 11 χρόνια και οδηγώντας τους «μερένγκες» σε πέντε Κύπελλα Πρωταθλητριών και οκτώ πρωταθλήματα Ισπανίας. Η Μπαρτσελόνα δεν έχει ποτέ συμβιβαστεί με την κατάληξη της υπόθεσης και από τότε μέχρι και σήμερα κατηγορεί τη Ρεάλ ότι χρησιμοποίησε «δάκτυλο» του Φράνκο για να επηρεάσει την απόφαση της ομοσπονδίας, εκμεταλλευόμενη τις άριστες σχέσεις που διατηρούσε με τον δικτάτορα ο πρόεδρός της, Σαντιάγκο Μπερναμπέου…