Τα 10 βήματα του «μικρού μπάσταρδου»!


«Ahí la tiene Maradona, lo marcan dos, pisa la pelota Maradona, arranca por la derecha el genio del fútbol mundial, deja el tercero y va a tocar para Burruchaga… ¡Siempre Maradona! ¡Genio! ¡Genio! ¡Genio! Ta-ta-ta-ta-ta-ta-ta-ta… Gooooool… Gooooool… ¡Quiero llorar! ¡Dios Santo, viva el fútbol! ¡Golaaazooo! ¡Diegoooool! ¡Maradona! Es para llorar, perdónenme… Maradona, en recorrida memorable, en la jugada de todos los tiempos… Barrilete cósmico… ¿De qué planeta viniste para dejar en el camino a tanto inglés? para que el país sea un puño apretado gritando por Argentina, Argentina 2 – Inglaterra 0. Diegol, Diegol, Diego Armando Maradona… Gracias, Dios, por el fútbol, por Maradona, por estas lágrimas, por este Argentina 2 – Inglaterra 0»

Ο λυγμός του Βίκτορ Ούγο Μοράλες στην κούρσα του θρύλου, μεταφέρθηκε σαν ηλεκτρισμός στο μυαλό και το κορμί όσων το παρακολούθησαν ζωντανά και αυτή η αίσθηση δεν θα πάψει ποτέ να ανατριχιάζει τις αισθήσεις. Καμία ποδοσφαιρική ενέργεια στον κόσμο δεν είχε αγγίξει πριν από αυτή τόσες ψυχές και καμία από εκεί και έπειτα δεν θα ήταν ποτέ αντάξια της. Αλίμονο στους 114.583 καταμετρημένους που βρέθηκαν στο «Αστέκα» της Πόλης του Μεξικού και το βίωσαν από κοντά. Εκείνα τα πέντε λεπτά που άλλαξαν για πάντα το παιχνίδι, χαρίζοντας του την πιο βρώμικη και την πιο συναρπαστική ανάμνηση όλων των εποχών.

Ηταν 22 Ιουνίου του 1986 και να που πέρασαν 30 χρόνια. Για αυτό το περίπου ένα τρίτο του αιώνα το βιντεάκι παίζει ξανά και ξανά εκατοντάδες φορές. Και κάθε μία από αυτές είναι σαν να το το ξανακάνει. Λες και κάθε τόσο τους ξαναπερνάει έναν έναν. Πρώτα τον Χοντλ και μετά τον Ριντ, τον Σάνσομ, τον Μπούτσερ, τον Φένγουικ και στο φινάλε τον Σίλτον. Ο μεσαίος ήταν και ο πιο αδικημένος. Ο Τέρι Μπούτσερ, ο καλύτερος και σκληρότερος σέντερ μπακ των Αγγλων έπρεπε να το βιώσει εις διπλούν και αυτό δεν θα το ξεπεράσει ποτέ: «Τον μισώ τον Μαραντόνα. Το μισώ από πάθος και θαυμασμό. Επειδή όλους τους άλλους τους πέρασε μία φορά και εμένα έπρεπε να με περάσει δύο φορές. Μικρέ μπάσταρδε!»

Γενικότερα κανείς Αγγλος που το βίωσε δεν γίνεται να το ξεχάσει. Ηταν σπουδαία εκείνη η ομάδα των Λιονταριών και θα μπορούσε να σηκώσει ακόμα και την κούπα. Επρεπε όμως να γίνουν έτσι τα πράγματα. Επρεπε να μπει εκείνο το χέρι. Το Χέρι του Θεού: «Ο Σίλτον ήταν 20 εκατοστά πιο ψηλός. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσω τη μπάλα. Σήκωσα λοιπόν το χέρι μου. Για να πω την αλήθεια, εάν δεν ήταν η Αγγλία αντίπαλος, δεν θα το έκανα. Θα ντρεπόμουν. Με τους Αγγους όμως το καμαρώνω. Τους άξιζε για όσα έκαναν στον πόλεμο των Φόκλαντ (σ.σ.: το 1984 κόντρα στους Αργεντινούς)», ήταν η παραδοχή του ήρωα, ο οποίος πάντα χαμογελά μοχθηρά, όταν μιλάει για τη στιγμή.

Αυτή ήταν η αφετηρία για τα πέντε πιο υπέροχα λεπτά στην ιστορία του αθλήματος. Από το 50′ μέχρι το 55′ αρκούσε μία ανάσα. «Τον είδα να τους περνάει όλους και για πρώτη φορά στην καριέρα μου αισθάνθηκα μία αχαλίνωτη επιθυμία να χειροκροτήσω τον αντίπαλο. Ακόμα και εάν μας είχε βάλει πριν γκολ με το χέρι. Ακόμα και εάν μας απέκλειε με αυτό το ποίημα», ομολογούσε πρόσφατα στην εκπομπή του ο Γκάρι Λίνεκερ, πρώτος γκολτζής σε εκείνο το Μουντιάλ και σκόρερ του γκολ των Αγγλων στο 2-1 με την Αργεντινή.

Μέχρι και ο ίδιος ο διαιτητής τον αποθέωσε. Ο Αλί Μπενασέρ δεν μετανιώνει μάλιστα ούτε για το λάθος του στο 1-0. «Κάθε φορά που ακουμπούσε τη μπάλα, μονολογούσα “πέρασε τον κι αυτόν, πέρασε και τον άλλον. Ορμα αγόρι μου, τρέλανε μας. Δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημα που είχα, καθώς τον χάζευα να καλπάζει. Τι κι αν ήμουν ο διαιτητής του αγώνα και έπρεπε να είμαι ουδέτερος. Δεν γινόταν όμως με τον Ντιέγκο. Ακόμα και το χέρι, όταν το είδα αργότερα σε βίντεο, δεν θύμωσα με τον εαυτό μου. Σκέφτηκα ότι ήμουν εκεί, μέρος της ιστορίας και ότι αυτή έπρεπε να γραφτεί με αυτόν τον τρόπο”».

maradona1

Την κορυφαία ατάκα όμως την έχει πει ο Εκτορ Ενρίκε. Ποιος είναι ο κύριος; Η ιστορία αυτόν δεν τον τίμησε όπως του έπρεπε. Αλλωστε όπως εξηγεί ο ίδιος: «Εγώ του τα έχω πει του Ντιεγκίτο. Το μισό γκολ είναι δικό μου. Τι σημασία έχει που τους πέρασε όλους; Εάν δεν του είχα δώσει σωστά εγώ τη μπάλα στο ένα μέτρο, θα τα είχε κάνει αυτά; Οχι πείτε μου. Ετοιμο γκολ του έδωσα και αυτός ούτε καν ήρθε να με δείξει όταν το έβαλε».

Πέρασαν λοιπόν 30 χρόνια. Ο Μαραντόνα έκανε την κούρσα. Παραδίπλα οι δύο Χόρχε του ζητούσαν τη μπάλα: «Ηταν ο Βαλδάνο και ο Μπουρουσάγα που μου φώναζαν να τους τη δώσω. Θυμάμαι ότι δεν θα το έκανα ακόμα και εάν με σκότωναν στις κλωτσιές οι Αγγλοι. Παραδόξως, κανείς δεν με έριξε κάτω. Ο Μπούτσερ στο τέλος μου έριξε μία γερή στον αστράγαλο. Το πόδι μου ήταν πρησμένο για τρεις μέρες μετά. Τίποτα όμως δεν με απασχολούσε. Ηξερα ότι εκείνη τη στιγμή θα έκανα κάτι τρελό. Μου το φώναζε το μυαλό μου και ήμουν έτοιμος να οδηγήσω εμένα και τη χώρα μου στη δόξα».

Για τον Μαραντόνα ήταν κάτι που το είχε ονειρευτεί από παιδί: «Το θυμάμαι ακόμα αυτό το όνειρο. Ημουν εγώ στη γειτονιά μου και περνούσα τους αντιπάλους για να σκοράρω. Ημουν με την ομάδα μου, τους μικρούς της Estrella Roja». Τελικά αυτό δεν ήταν απλά ένα όνειρο, αλλά το πεπρωμένο του. Εκείνο το παιδί στην ουσία έβλεπε αυτό που θα έκανε όταν θα μεγάλωνε. Μόνο που αντί για τα χώματα στις αλάνες της Βίγια Φιορίτο, θα παρουσίαζε το έργο του μπροστά σε όλη την υφήλιο, σε ένα Μουντιάλ. Οπως ακριβώς το έχει περιγράψει τέλεια ο Βαλδάνο: «Ηταν 10 δευτερόλεπτα, 10 βήματα και ένας Θεός με το Νο10».