Η αξία των αθλητικών μεγαθηρίων και το 1% του παγκόσμιου GDP


ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ

Μόλις πριν λίγες μέρες, το έγκυρο Αμερικανικό περιοδικό «Forbes», ανακοίνωσε τη λίστα των 50 πολυτιμότερων, από οικονομικής αξίας, ομάδων για το 2016 σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια λίστα, η οποία έχει καταστεί θεσμός από το 2011 και η οποία παρέχει σε αναγνώστες και αναλυτές όχι μόνο διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία οικονομικής φύσης στον αθλητισμό, αλλά ως επίσης και μέτρο σύγκρισης και αναφοράς για την οικονομική ανάλυση αλλά και επίγνωση του αθλητισμού.

Στην προετοιμασία τέτοιας λίστας, σύμφωνα πάντοτε με το περιοδικό, λαμβάνονται πολλοί παράμετροι υπόψη, όπως τα ετήσια επιχειρησιακά έσοδα, το ετήσιο πρόσοδος, τηλεοπτικά δικαιώματα, χορηγικά και διαφημιστικά έσοδα, γενική εμπορική αξιοποίηση, αριθμούς και κατ’ επέκταση έσοδα από εισιτήρια και εισιτήρια διαρκείας. Για σκοπούς σφαιρικής ενημέρωσης αναφέρεται ότι το 2011 και 2012 την πρώτη θέση στη λίστα παγκόσμια κατείχε η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ενώ το 2013 και 2014 και 2015 η Ρεάλ Μαδρίτης.

Φέτος η σειρά κατάταξης έχει διαφοροποιηθεί και την πρώτη θέση στη φετινή παγκόσμια κατάταξη κατέχει η ομάδα Αμερικανικού ποδοσφαίρου Dallas Cowboys, με τη Ρεάλ Μαδρίτης να λαμβάνει τη 2η θέση, την Μπαρτσελόνα την 3η θέση, την ομάδα αμερικανικού baseball New York Yankees την 4η θέση και την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ την 5η θέση. Συνολικά στη λίστα των 50 αυτών οικονομικών υπερδυνάμεων του παγόσμιου αθλητισμού υπάρχουν 27 ομάδες αμερικανικού ποδοσφαίρου (NFL), 7 ομάδες baseball (MLB), 8 ομάδες ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου (UEFA) και 8 ομάδες αμερικανικού μπάσκετ (NBA).

Ας δούμε λίγο και ας αναλύσουμε αυτά τα οικονομικά μεγέθη για να καταλήξουμε στο παράδειγμα ομάδας το οποίο θαυμάζω και θέλω να θίξω ιδιαίτερα και ξεχωριστά.

H πιο πολύτιμη ανά το παγκόσμιο ομάδα για το 2016, Dallas Cowboys, έχει σημερινή αξία 4 δισεκατομμύρια δολάρια, η οποία είναι 25% υψηλότερη από ότι το 2015 και οφείλεται κυρίως στο $1.2 δις έσοδα από τη χρήση και αξιοποίηση του γηπέδου τους, τα $120 εκατομμύρια σε χορηγικές συμφωνίες και τα τηλεοπτικά δικαιώματα ολόκληρου του πρωταθλήματος (NFL) που φτάνουν ετησίως τα $5 δις..

Η Ρεάλ Μαδρίτης, που είναι στη 2η θέση, παρουσιάζει αξία $3.65 δις, επίσης αυξημένη κατά 12% σε σχέση με το 2015. Είναι η ομάδα με τα υψηλότερα επιχειρησιακά έσοδα ανά το παγκόσμιο ενώ μόνο η συμφωνία της με την ADIDAS αποφέρει σύμφωνα με το περιοδικό $1.6 δις σε σύνολο 10 ποδοσφαιρικών σεζόν ($160 εκ. ετησίως).

Η Μπαρτσελόνα βρίσκεται σε σημερινή αξία στα $3.55 δις και πέραν του Μέσσι και της δικής της τεράστιας χορηγικής συμφωνίας με τη NIKE (περίπου $175 εκατ.ετησίως) αναμένει κατακόρυφη αύξηση εσόδων στο άμεσο μέλλον, αφού ξεκινά φέτος η ανακαίνιση του Καμπ Νου που αναμένεται να αγγίξει τα $650 εκατ. σε κόστος, αλλά θα μπορεί μελλοντικά το γήπεδο να φιλοξενήσει 105 χιλιάδες οπαδούς ανά αγώνα , θα βελτιώσει εμπορικές και τεχνολογικές συνθήκες θέασης και ψυχαγωγίας, με αποτέλεσμα να αποφέρει υψηλότερα έσοδα από ότι σήμερα για το Σύλλογο.

Στην 4η και 5η θέση βρίσκονται αντίστοιχα οι New York Yankees και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Δύο ομάδες με αξία $3.4 και $3.32 δις αντίστοιχα και οι οποίες πέτυχαν 6% και 7% αύξηση αξίας αντίστοιχα σε σχέση με το 2015, παρόλο που και οι δύο ομάδες αγωνιστικά είχαν μέτριες χρονιές και απέτυχαν να διεκδικήσουν μέχρι τέλους και με αξιώσεις οποιοδήποτε τρόπαιο στα εθνικά τους πρωταθλήματα.

Αξιοσημείωτη, καθώς και μεγαλύτερη μείωση αξίας, παρουσιάζει η ομάδα της Σκουντερία Φερράρι. Το 2015 τα «κόκκινα βέλη» του μηχανοκίνητου αθλητισμού είχαν καταταχθεί στην 32η θέση της συγκεκριμένης λίστας ενώ φέτος δεν κατάφεραν να ενταχθούν καν στις πρώτες 50 ομάδες. Με αξία στα $1.35 δις για το 2016, εξακολουθούν να είναι στην κορυφή του μηχανοκίνητου αθλητισμού σε οικονομική αξία, αλλά έχουν σημειώσει μηδενική πρόοδο από πέρσι και μοιραία έμειναν εκτός της πρώτης 50άδας, δείγμα και της σταδιακής υποχώρησης της F1 σε οικονομικό μέγεθος σε σχέση με άλλα αθλήματα.

Αξιολογώντας, περαιτέρω, τα πολύ ενδιαφέροντα αυτά στοιχεία κάποιος οφείλει να σχολιάσει το ποσοστό χρέους της κάθε ομάδας σε σχέση με την αξία της. Οι ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές ομάδες, που μας ενδιαφέρουν και περισσότερο, παρουσιάζουν ποικίλες διαφορές στο συγκεκριμένο τομέα. Η Ρεάλ παρουσιάζει χρέος της τάξης του 2% σε σχέση με την αξία της, η Μπαρτσελόνα 3%, ενώ η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το όντως ανησυχητικό 20% (αριθμητικά αγγίζει τα $700 εκατ). Η δε Γερμανική υπερδύναμη, Μπάγερν Μονάχου, που κατέχει τη 12η θέση στη γενική παγκόσμια κατάταξη βάσει της συγκεκριμένης λίστας, έχει φυσικά 0%. Κλασσικοί Γερμανοί και μπράβο τους.

Το αξιοσημείωτο της λίστας είναι ότι όλες οι ομάδες δείχνουν μια σταθερή ανοδική πορεία, ετήσια αύξηση συνολικής αξίας και μια απερίγραπτα εντυπωσιακή σταθερότητα όσο αφορά την οικονομική ευρωστία και δυνατότητα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι σημάδια μιας υγιούς βιομηχανίας, όπως αυτής του παγκόσμιου αθλητισμού, που θα πρέπει να λεχθεί ότι διάγει μια σειρά από εκπληκτικές οικονομικές χρονιές λόγω κυρίως της παγκοσμιοποίησης, της αφοσίωσης των φιλάθλων (ως αγοραστές του προϊόντος) και της φρενίτιδας σε συμβατικά και μη μέσα ενημέρωσης, κοινωνικής δικτύωσης κτλ.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στα τέλη του 2014, έρευνα της παγκόσμιας συμβουλευτικής εταιρείας A.T. Kearney, που δημοσίευσαν οι ίδιοι στην ιστοσελίδα τους, κατέδειξε ότι η βιομηχανία του αθλητισμού ανά το παγκόσμιο αναπτύσσεται γρηγορότερα από ότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (GDP). Συγκεκριμένα από το 2007 μέχρι και το 2013, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης ήταν στο 7% που ήταν μεγαλύτερος από την ανάπτυξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος των ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία. Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια έρευνα, η παγκόσμια βιομηχανία αθλητισμού παράγει συνολικά το 1% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ανά την υφήλιο (global GDP), το οποίο 1% μεταφράζεται σε $700 δισεκατομμύρια ετησίως.

Τελειώνοντας τη σημερινή μου τοποθέτηση θα ήθελα να μιλήσω συγκεκριμένα για την Άρσεναλ. Την Άρσεναλ που δεν έχει πάρει πρωτάθλημα εδώ και 12 χρόνια, την Άρσεναλ που δεν έχει αλλάξει προπονητή εδώ και 20 χρόνια, την Άρσεναλ που το 2006 χρωστούσε πέραν των 220 εκατομμυρίων στερλινών στη βασιλική τράπεζα της Σκωτίας, αναφορικά με την ανέγερση του νέου της σταδίου. Η Άρσεναλ, που για μένα είναι υποδειγματικό μοντέλο ποδοσφαιρικής διαχείρισης, είχε το 2016 τη μεγαλύτερη άνοδο σε αξία από οποιοδήποτε άλλο αθλητικό Σύλλογο παγκόσμια.

Από την 36η θέση το 2015 στην 23η θέση φέτος, η αξία της Άρσεναλ έχει εκτοξευθεί στα $2.02 δις. Είχε τα πιο ακριβά εισιτήρια διαρκείας στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, αλλά ταυτόχρονα είχε τα υψηλότερα έσοδα από τηλεοπτικά δικαιώματα στην Πρέμιερ Λιγκ, στα $148 εκατ. για το 2015-16. Μπορεί η Άρσεναλ να χάνει συνήθως τον 1ο αγώνα της χρονιάς στην Αγγλία για να ετοιμαστεί για τον 4ο προκριματικό του Τσάμπιονς Λίγκ, μπορεί ο Βενγκέρ να μην είναι αρεστός λόγω άρνησης να κάνει ακριβές μεταγραφές και πολυδάπανες κινήσεις ενίσχυσης, όμως να είστε σίγουροι ότι ο Ιβάν Γκαζίδης (Διευθ. Σύμβουλος Άρσεναλ) και ο Αρσέν Βενγκέρ είναι οι δύο αγαπημένοι του Στάν Κρόενκε, μεγαλομετόχου της Άρσεναλ. Οι οπαδοί, με το δίκαιο τους, αγανάκτησαν περιμένοντας ένα πρωτάθλημα, όμως για τους μετόχους η πραγματικότητα είναι εκ διάμετρου διαφορετική.

Ας αναλογιστούμε αν τελικά οι χορηγοί, τα τηλεοπτικά δίκτυα ακόμα και η αγοραστική συνήθεια, που επηρεάζεται από την κουλτούρα και νοοτροπία, των Άγγλων οπαδών της Άρσεναλ (έστω και αν μονίμως διαμαρτύρονται και ζητούν αλλαγές) επηρεάζονται από φαινομενικές ή/και πρόσκαιρες αποτυχίες. Ο αθλητισμός δεν μετριέται μόνο με τρόπαια, ειδικά στη σημερινή υπέρ-εμπορευματοποιημένη μορφή του. Η περηφάνεια για ένα αθλητικό οργανισμό μπορεί κάλλιστα να εκπηγάζει από παρόμοιας φύσης επιτεύγματα, ειδικά για αυτούς που έχουν ειδικά συμφέροντα και αυτό σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει και τους απλούς οπαδούς.