Ζαν Μαρκ Μποσμάν: Ο εξαθλιωμένος επαναστάτης που άλλαξε το ποδόσφαιρο


Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που βοήθησε πραγματικά το κυπριακό ποδόσφαιρο να κάνει άλματα προόδου, αυτός είναι Ζαν Μαρκ Μποσμάν. Σε μία περίοδο κατά την οποία κάποιοι ήθελαν «απομονωμένο» (και μίζερο) το ποδόσφαιρό μας, ο Μποσμάν ανέτρεψε τον ποδοσφαιρικό χάρτη προσφεύγοντας στη Δικαιοσύνη και κατάφερε να γκρεμίσει τα σύνορα για ελεύθερη διακίνηση των κοινοτικών ποδοσφαιριστών.

Ήταν τότε που, θέλοντας και μη, η ΚΟΠ και οι κυπριακές ομάδες υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Άσχετα αν δεν κατάφεραν να βρουν ασφαλιστικές δικλίδες για να φτάσουμε στο άλλο άκρο.

Τι απέγινε τελικά ο Ζαν Μαρκ Μποσμάν; Τον Δεκέμβριο του 1995 άλλαξε το ποδόσφαιρο, αλλά δεν έσωσε την καριέρα του. Είναι κάπως παράδοξο, αλλά ορισμένοι πιστεύουν ότι η παρέμβαση του Μποσμάν στο ποδόσφαιρο είναι πιο βαθιά από ό,τι εκείνη των Κρόιφ, Σάκι, Καπέλο ή άλλων κορυφαίων που δημιούργησαν νέα δεδομένα στον χώρο της μπάλας. Μια περέμβαση, που όμως δεν έφερε σε αυτόν κανένα πλεονέκτημα.

CYTAVISION - Live Sports

«Μετά από όλα αυτά τα χρόνια υπάρχει η αίσθηση ότι η απόφαση που με αφορούσε έσπασε τις αλυσίδες στο ποδόσφαιρο», είπε ο Βέλγος σε συνέντευξή του στην Bild. «Τώρα οι παίκτες έχουν την ελευθερία να πάνε όπου θέλουν, οι ομάδες μπορούν να πάρουν οποιονδήποτε παίκτη. Με απλά λόγια: η απόφαση έκανε καλύτερο το ποδόσφαιρο από ό,τι ήταν πριν. Είμαι υπερήφανος για ό,τι έκανα», πρόσθεσε.

Στη συνέχεια ο Μποσμάν εκμυστηρεύτηκε ότι ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον για τον εαυτό του: «Μου έφυγε ένα βάρος. Ένιωσα ότι αποκαταστάθηκα. Ο πραγματικός σκοπός της μάχης μου ήταν να βρω ένα νέο δρόμο που να με οδηγήσει πίσω για να παίξω. Αλλά αυτό ήταν το πρόβλημα: Νομίμως θα μπορούσα να βρω μια νέα ομάδα, αλλά και για τις ομάδες ήμουν ένας ταραχοποιός», τόνισε χαρακτηριστικά.

«Κατά τη διάρκεια των ετών της διαδικασίας δεν έπαιξα, η απόφαση έφτασε όταν ήμουν 31 ετών. Είχα χάσει τα καλύτερα χρόνια της καριέρας μου και δεν είχα ποτέ μια αποζημίωση για αυτό». Το 1990 ο Μποσμάν έπαιζε στη Λιέγη. Το συμβόλαιό του επρόκειτο να λήξει και η ομάδα τού πρόσφερε μια νέα συμφωνία, ωστόσο του μείωνε κατά τα 2/3 τις αποδοχές. Ο Μποσμάν αρνήθηκε, ήθελε να πάει να παίξει στη Δουνκέρκη, στη Γαλλία, αλλά η Λιέγη ζήτησε αποζημίωση ύψους 600.000 ευρώ. Ποσό υψηλό για εκείνη την εποχή.

Έφερε την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ενωσης, και στις 15 Δεκεμβρίου 1995 δικαιώθηκε. Καθορίστηκε ότι με βάση τη Συνθήκη της Ρώμης ένας παίκτης μπορεί να συγκριθεί με οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο και ότι, ως εκ τούτου, έχει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας στις ευρωπαϊκές χώρες μετά τη λήξη της σύμβασης που τον συνδέει με τους εργοδότες του.

Υπάρχουν δεκάδες δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο που αναφέρουν ότι σήμερα ο Μποσμάν μοιάζει με τραγική φιγούρα. Απένταρος, παραδομένος στη δίνη του αλκοόλ με συντροφιά μια χούφτα αντικαταθλιπτικά χάπια δίνει καθημερινά μάχη για την επιβίωση. Μοναδικό εισόδημα για τον άλλοτε επαναστάτη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και σύμβολο ελευθερίας απέναντι στον ποδοσφαιρικό καπιταλισμό, το γονικό επίδομα ύψους 715, 95 ευρώ που του παρέχει η βελγική Κυβέρνηση.