Αθλητικό Σχολείο: Διδάγματα από παλαιότερα και σύγχρονα συστήματα σε διεθνές επίπεδο

Οι εκπρόσωποι των αθλητικών ομοσπονδιών έχουν επικρίνει έντονα το γεγονός ότι ο σχεδιασμός του Αθλητικού Σχολείου δεν συμπεριέλαβε τις εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες της Κύπρου...

ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΜΑΙΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ-ΠΑΠΑΜΙΛΤΙΑΔΗ (PHD, MSC, MBA)*

Αφορμή για το σημερινό άρθρο αποτέλεσε η συζήτηση με την οποία καταπιάστηκε μέρος του Αθλητικού Συνεδρίου που έλαβε χώρα το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στις εγκαταστάσεις του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, θέμα συζήτησης αποτέλεσε και ο θεσμός του Αθλητικού Σχολείου, το οποίο  ιδρύθηκε το 2006 ως Αθλητικό Λύκειο σε δύο επαρχίες και το 2015 επεκτάθηκε, με τη λειτουργία Αθλητικών Λυκείων αλλά και Γυμνασίων και στις άλλες επαρχίες. Βασικός σκοπός του Αθλητικού Σχολείου, σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας, είναι να παρέχει στους μαθητές την ευκαιρία για καλλιέργεια των αθλητικών τους ταλέντων και δεξιοτήτων και παράλληλη ακαδημαϊκή στήριξη.

CYTAVISION - Live Sports

Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των αθλητικών ομοσπονδιών  έχουν επικρίνει έντονα το  γεγονός ότι ο σχεδιασμός του δεν συμπεριέλαβε τις εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες της Κύπρου. Ως εκ τούτου, είναι πιστεύω χρήσιμο να κάνουμε μια επισκόπηση του συστήματος του αθλητικού σχολείου όπως αυτό λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο και όπως παρουσιάζεται μέσα από την επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διοίκηση Αθλητισμού & Αναψυχής» από τους συναδέλφους ακαδημαϊκούς Κέλλη, Ιωακειμίδη, Ζαφειρίδη, Μάνου και Γεροδήμο.

DSC_0211

Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα για μια ειδική αντιμετώπιση των νεαρών ταλαντούχων αθλητών -η οποία αποτελεί τη βάση ανάπτυξης του θεσμού του αθλητικού σχολείου- δεν αποτελεί σύγχρονο προβληματισμό. Αντιθέτως, έχει απασχολήσει τα ευρωπαϊκά κράτη από τα μέσα του 19ου αιώνα, με τις τέως ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες να επιδεικνύουν  ιδιαίτερο ζήλο στη δημιουργία συστημάτων ανεύρεσης και ανάπτυξης ταλέντων. Η πρώην Ανατολική Γερμανία για παράδειγμα, είχε εισαγάγει το σύστημα από τα μέσα του 1960, με την ανίχνευση και επιλογή των ταλέντων να ξεκινά από το Νηπιαγωγείο για αθλήματα με πρόωρη έναρξη!

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στο ομολογουμένως σύνθετο πρόγραμμα της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το οποίο ελεγχόταν και καθοδηγείτο κεντρικά, η φοίτηση στα αθλητικά σχολεία ήταν «υποχρεωτική» για αθλητές επιδόσεων. Η συχνότητα προπόνησης κυμαινόταν από 10 μέχρι 30 ώρες την εβδομάδα (αναλόγως του αθλήματος), διεξαγόταν από προπονητές υψηλού αθλητισμού, ενώ με τη βελτίωση των επιδόσεων αυξάνονταν η σημασία της αθλητικής δραστηριότητας και μειώνονταν ο ρόλος της ακαδημαϊκής υποστήριξης!  Στη Βουλγαρία το σύστημα ήταν επίσης σύνθετο, με τη λειτουργία Παιδικών Αθλητικών Σχολών οι οποίες «τροφοδοτούσαν» μετέπειτα τα Αθλητικά Σχολεία.

Η ευθύνη για την ίδρυση των Αθλητικών  Σχολείων σε αυτή την περίπτωση, καθώς επίσης και για το διδακτικό/προπονητικό πρόγραμμα, ανήκε από κοινού στο Υπουργείο Παιδείας και στη Βουλγαρική Ένωση Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, ενώ η εκπαίδευση, η οποία γινόταν σε γινόταν σε συνθήκες οικοτροφείου,  ξεκινούσε από την Ε΄ Τάξη Δημοτικού. H εισαγωγή των αθλητών γίνονταν σύμφωνα με κριτήρια που όριζαν οι αντίστοιχες αθλητικές ομοσπονδίες, ενώ η αθλητική προπόνηση διεξαγόταν με βάση τα ενιαία προγράμματα των αθλητικών ομοσπονδιών.

School-Sports

Άξιο αναφοράς είναι ίσως και το σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο αν και εισήχθη αρχικά το 1945, πέρασε από διάφορες φάσεις αναδιοργάνωσης, ενώ τη δεκαετία του 1970 αύξησε σημαντικά τη δημοτικότητά του, παρά το γεγονός ότι υπήρξε σκληρή κριτική του εκπαιδευτικού προγράμματος μαθημάτων. Από το 1962 ιδρύθηκαν και τα αθλητικά οικοτροφεία, τα οποία στόχευαν στην αθλητική ελίτ και τα οποία θεωρούνται συνυπεύθυνα για την αποτελεσματικότητα του συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης.

Από τα σύγχρονα συστήματα τα οποία χρήζουν αναφοράς είναι αυτά της Φινλανδίας και της Αυστραλίας. Συγκεκριμένα, το σύστημα της Φινλανδίας θεωρείται εξαιρετικό, τόσο από άποψη οργάνωσης όσο και από άποψη αποτελεσματικότητας αλλά και κοινωνικής επίδρασης, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αποτέλεσε πρότυπο αλλά και σημείο αναφοράς για πολλά άλλα Ευρωπαϊκά συστήματα. Το κύριο χαρακτηριστικό του Αθλητικού Σχολείου της Φινλανδίας είναι η αποκέντρωση, αφού η διαχείριση των αθλητικών σχολείων ανήκει σχεδόν εξολοκλήρου στην τοπική αυτοδιοίκηση και το σχολείο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του φινλανδικού συστήματος είναι η εξειδίκευση των σχολείων σε συγκεκριμένα αθλήματα, καθώς  και η ιδιαίτερα υψηλή χρηματοδότηση της κυβέρνησης.

Είναι γεγονός ότι στο φινλανδικό σύστημα στόχος δεν είναι απλά ο συνδυασμός προπόνησης-μαθημάτων. Αντιθέτως, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο ακαδημαϊκό επίπεδο, με τις απαιτήσεις εισαγωγής να είναι ιδιαίτερα υψηλές.  Ως εκ τούτου, τα Αθλητικά Σχολεία της Φινλανδίας δεν υστερούν σε τίποτα από τα αμιγώς εκπαιδευτικά ιδρύματα τού, ομολογουμένως αξιοζήλευτου, εκπαιδευτικού συστήματος της Φινλανδίας. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η επιτυχία του εν λόγω συστήματος οφείλεται σε ένα βαθμό στην αρμονική και εποικοδομητική συνεργασία με τις αθλητικές ομοσπονδίες και την Φινλανδική Ολυμπιακή Επιτροπή.

Σε αντίθεση με το αποκεντρωμένο σύστημα της Φινλανδίας, και παρά το γεγονός ότι η Αυστραλία δεν εφαρμόζει κάποιο ενιαίο σύστημα επιλογής και αξιοποίησης ταλέντων, τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα με στόχο τον καλύτερο συνδυασμό αθλητισμού και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης  το οποίο συντονίζεται κεντρικά. Το εν λόγω πρόγραμμα (The Athlete Career and Education Program) εισήχθη το 1995 και η διαχείρισή του γίνεται από το κράτος (the Australian Institute of Sport) και τα κρατικά ινστιτούτα αθλητισμού (state institutes and academies of sport).

DSC_9303

Χαρακτηριστικό του προγράμματος είναι η συμμετοχή υψηλού επιπέδου προπονητών καθώς και η παροχή πλήρους επιστημονικής υποστήριξης από κορυφαίους επιστήμονες του αθλητισμού και της αθλητιατρικής. Βασική συνιστώσα του συστήματος της Αυστραλίας είναι επίσης το γεγονός ότι  στοχεύει  στην ομαλή μετάβαση από την αθλητική καριέρα στη φυσιολογική ζωή των αθλητών, με έμφαση στη μετέπειτα επαγγελματική τους αποκατάσταση. Το σύστημα αυτό κτίστηκε πάνω στην πεποίθηση ότι η συνύπαρξη αθλητισμού και εκπαίδευσης καθώς και η ταυτόχρονη ανάπτυξη της προσωπικότητάς των αθλητών, διευκολύνουν σημαντικά τη διαδικασία ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία μετά το τέλος της σταδιοδρομίας τους.

Συνδυασμός μαθησιακής και αθλητικής εκπαίδευσης

Βάση για ένα επιτυχημένο σύστημα είναι η αναγνώριση και η αξιοποίηση του αθλητικού ταλέντου και ο ιδανικότερος συνδυασμός της μαθησιακής με την αθλητική εκπαίδευση. Ωστόσο, τα σύγχρονα συστήματα φαίνεται να στηρίζονται σε αυστηρότερη επιλογή των εισακτέων μαθητών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση, η οποία στο παρελθόν υπήρξε περιθωριοποιημένη στο αθλητικό σχολειό. Επιπρόσθετα φαίνεται ότι σημαντικό συστατικό επιτυχίας είναι η αρμονική συνεργασία μεταξύ σχολείου και αθλητικών οργανισμών, καθώς και η ύπαρξη επιστημονικής υποστήριξης σε όλα τα επίπεδα.

school-sport_1779386c

Τέλος, και με βάση τα σύγχρονα επιτυχημένα συστήματα, προκύπτει η ανάγκη για αυτονόμηση και λιγότερη κεντρική καθοδήγηση,  ενώ θα έλεγα ότι η εξειδίκευση είναι επίσης μια σημαντική παράμετρος αφού οι αθλητές διαφορετικών αθλημάτων έχουν πολύ διαφορετικές προπονητικές ανάγκες. Σε αντίθετη περίπτωση επιβάλλεται να παρέχεται εξατομικευμένη επιστημονική υποστήριξη στους αθλητές διαφορετικών αθλημάτων. Εν κατακλείδι, το σύστημα του Αθλητικού Σχολείου δεν μπορεί να επιτύχει εάν δεν είναι βασισμένο σε ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό πλάνο το οποίο με τη σειρά του θα βασίζεται σε σωστή και επιστημονική καθοδήγηση από τους καθ’ ύλην αρμόδιους αθλητικούς και επιστημονικούς φορείς.

* Η δρ Μαίρη Χαραλάμπους-Παπαμιλτιάδη (PhD, MSc, MBA) είναι διδάκτωρ Αθλητικής Διοίκησης στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου.