Ένας τρομοκράτης του ονείρου με το καλασνίκοφ στον εξώστη!

Ξέρει πως πρώτα αντιδρά και μετά σκέφτεται, όπως και ότι αν δεν έβαζε γκολ η ζωή του να ήταν τελείως διαφορετική...


Δεν φοβάται κανέναν («μόνο τον Αλλάχ») και σέβεται μόνο τους γονείς του. Ο κύριος στόχος του είναι να μη γυρίσει ποτέ εκεί όπου μεγάλωσε. Ξέρει πως πρώτα αντιδρά και μετά σκέφτεται, όπως και ότι αν δεν έβαζε γκολ η ζωή του να ήταν τελείως διαφορετική. Αλλά βάζει. Κυρίες και κύριοι ο Ράφικ Τζιμπούρμέσα από ένα εξαιρετικό αφιέρωμα της Νίκης Μπάκουλη στο Sport24.

Για την περίοδο που ήταν στην Κύπρο και τον ΑΠΟΕΛ, ο ίδιος ο Τζιμπούρ δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «όσες φορές και αν ακούσεις τον ύμνο του Τσάμπιονς Λιγκ, δεν τον βαριέσαι. Νιώθεις πάντα σαν παιδί», ενώ σχολίασε και την ενέργειά του πανηγυρίσει στον εξώστη του ΑΠΟΕΛ με ένα πραγματικό καλασνίκοφ στα χέρια!

Τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν γεμάτα με ευχάριστες αναμνήσεις. Τουναντίον. Οι εικόνες ήταν σκληρές, ακατάλληλες για παιδιά. Όσο μεγαλώνει όμως, ο άνθρωπος υποτίθεται πως έρχεται σε μια «άλφα» συνειδητότητα. Αντιλαμβάνεται καλύτερα τι είναι σημαντικό και τι όχι σε αυτή τη ζωή. Προφανώς, ο Τζιμπούρ δεν έχει φτάσει ακόμα εκεί. Στα 32 του συνεχίζεται να διακατέχεται από το σύνδρομο του κατατρεγμένου, του ανθρώπου που έχει περάσει δύσκολα. Άπαξ και νιώσει πως τον αδικούν ή δεν τον σέβονται, δεν υπολογίζει τίποτα. Είναι ικανός για όλα.

Την ίδια ώρα, όπου και αν έχει παίξει, ήταν το αγαπημένο παιδί των προέδρων, όχι όμως και των προπονητών. Ναι. Είναι από τους πιο αντιφατικούς χαρακτήρες που έχεις γνωρίσει. Η ισορροπία δεν είναι το δυνατό του σημείο. Για την ακρίβεια, δεν είναι καν ένα από τα στοιχεία του. Εκείνος θα σου πει πως «μόνο ο Αλλάχ μπορεί να δει τι υπάρχει στην καρδιά του ανθρώπου». Οι έχοντες γνώση θα σου πουν ότι το σοκ που υπέστη ως παιδί ήταν τέτοιο, που έχει «κολλήσει» σε εκείνες τις ηλικίες, συναισθηματικά. Και κάνει ό,τι μπορεί, για να μη γυρίσει εκεί. Όσο σκοράρει, δεν έχει κάποιον τέτοιο φόβο.

Οι γονείς του είναι από την Χλεφ της Αλγερίας, στα βόρεια της χώρας και έδρα της ΑΣΟ Χλεφ. Μετανάστευσαν στη Γαλλία και εγκαταστάθηκαν στη Γκρενόμπλ -στους πρόποδες των γαλλικών Άλπεων-, όπου δεν θα έλεγες ότι είχε εύκολη ζωή. Όπως έχει αποκαλύψει «μεγάλωσα πάρα πολύ δύσκολα και αυτές τις εικόνες τις έχω πάντα στο μυαλό μου. Μολονότι έχω περάσει εδώ και χρόνια σε άλλη φάση, που είχα λεφτά, που περνούσα καλά, δεν ξέχασα το παρελθόν μου. Οι περισσότεροι φίλοι μου βρίσκονται στη φυλακή ή έχουν πεθάνει. Τα δύσκολα είναι πάντα μέσα μου και ετοίμασα τη ζωή μου, ώστε να μην επιστρέψω εκεί». Όλα αυτά τον κυνηγούν μέχρι σήμερα, στα 32 του χρόνια.

Η πρώτη του ομάδα ήταν η Φοντανίλ «όπου δούλεψα με τους Αλαίν και Σεμπαστιέν Ζιράρντ και μετά με τον Τεϊρί Μπονέ» και εκεί τον είδε ο Γκαΐ Ρου και τον πήρε στην Οσέρ, σε ηλικία 13 χρόνων. Σε πέντε χρόνια, διένυσε όλη τη διαδρομή από το τελευταίο τμήμα υποδομής έως την πρώτη ομάδα (2003), όπου έκανε την πρώτη επαγγελματική εμφάνιση στα 19. «Έμαθα πολλά. Τότε έπαιζαν εκεί διάφοροι καλοί παίκτες, όπως οι Ντιαμπί, Σανιά και Καμπούλ Γιεμπντά». Δεν ήταν όλα θαυμάσια. Όπως αποκάλυψε αφότου είχε μπει σε μια πορεία η καριέρα του στο Μπουργκουντί (όπως βλέπετε στο χάρτη της Γαλλίας, είναι προς το κέντρο και ανατολικά), όπου είχε έδρα η ομάδα έζησα τον τεράστιο ρατσισμό των κατοίκων, εναντίον των βορειοαφρικανών.

«Είναι αλήθεια ότι δεν έχω μεγάλη υπομονή ως άνθρωπος, αλλά ζούσα σε μια περιοχή που υποτίθεται ότι δεχόταν τους διαφορετικούς πολιτισμούς, αλλά την ίδια ώρα ψήφιζε το Εθνικό Μέτωπο. Δεν είναι ψέμα ότι στη Γαλλία υπάρχει μεγάλο κίνημα εναντίον των μουσουλμάνων. Το έζησα». Για αυτό και είχε εκρήξεις που οδήγησαν σε προβλήματα και τελικά, στη λύση του συμβολαίου έπειτα από μόλις μια σεζόν.

Για αυτό δεν δίστασε στα 20 να πάρει ένα μεγάλο ρίσκο και να πάει στην πρώτη κατηγορία του Βελγίου, για τη Λουβιέρ (2004-05). Έπαιξε σε 21 ματς και σκόραρε 6 φορές και έτσι βρήκε το δρόμο για την εθνική Αλγερίας. «Εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που με υποδέχθηκαν στην ομάδα. Ήταν πολύ ζεστός. Ήλθα για να κάνω τη διαφορά και ο τρόπος που μου συμπεριφέρθηκαν, έκαναν εύκολη την προσαρμογή μου. Οι συμπαίκτες μου ήταν πολύ ευγενικοί και με φρόντισαν, ώστε να γίνω μέλος της ομάδας το συντομότερο δυνατό. Από εκεί και πέρα, ήταν στο χέρι μου να αποδείξω τι αξίζω -κάτι που είχαν κάνει ήδη όσοι ήταν γύρω μου, οι οποίοι είχαν αναπτύξει τις συνήθειες τους, είχαν βρει τη “χημεία” τους. Εγώ ήμουν ο νέος, άρα εγώ έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο. Το δίχως άλλο όμως, με βοήθησαν όλοι να κάνω τη δουλειά πιο εύκολα».

Αυτό που αποκάλυψε πολλά χρόνια μετά, ήταν ότι ενώ αγωνιζόταν στη Λουβιέρ «ο αδελφός μου είχε “πέσει” σε κώμα για έξι μήνες, έπειτα από ατύχημα που είχε με μηχανή. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη. Ξύπνησε, αλλά υπήρχαν συνέπειες με τις οποίες έπρεπε να ζούμε στο εξής». Κάπου εκεί, ενημέρωσε και ότι η ομάδα του δεν τον στήριξε στη δύσκολη αυτή στιγμή, δήλωσε απογοητευμένος, σταμάτησε να προσπαθεί και τελικά… απομάκρυνε τον εαυτό του από το σύλλογο. Τότε ήταν που δέχθηκε -όπως είπε- το ενδιαφέρον από πολλές ομάδες της Ελλάδας. «Αυτή η χώρα έφερε πίσω στη ζωή μου τη χαρά. “Έσβησε” όλες τις μαύρες εικόνες που είχα από τη ζωή μου στη Γαλλία και από την κατάσταση του αδελφού μου. Είδα το φως εκεί, πριν καν βρω τον τρόπο να κάνω αισθητή την παρουσία μου στα γήπεδα», είχε πει.

Διάλεξε τον Εθνικό Αστέρα, λόγω του Καλίντ Καμαρά, ο οποίος τον είχε ανακαλύψει πριν μπει στην τρίτη δεκαετία της ζωής του και είπε όσα χρειαζόταν να ακούσει, για να νιώσει ασφάλεια. Υπό τις οδηγίες του σκόραρε 11 γκολ σε 21 εμφανίσεις, από το Σεπτέμβριο έως τις 19 Ιανουαρίου του 2006. Ηγήθηκε μιας θαυμαστής διαδρομής που είχε και διάφορες… λακούβες. Τσακώθηκε ουκ ολίγες φορές με τον προπονητή του (υπάρχει μαρτυρία για… κυνηγητό του παίκτη στον Καμαρά). Όταν λοιπόν, προέκυψε το ενδιαφέρον του Ατρόμητου, ο Αστέρας μέχρι που του άνοιξε την πόρτα να φύγει! Να σου ανοίξω και μια παρένθεση: ο αστικός μύθος τον θέλει -μεταξύ πολλών άλλων- να είχε σπάσει ένα σιφόνι από τις τουαλέτες του γηπέδου και να πήρε στο κυνηγητό συμπαίκτη του. Εν πάση περιπτώσει, ο Γιώργος Παράσχος πέρασε στιγμές, ανάλογες με εκείνες που είχε ζήσει ο Καμαρά.

Ακόμα χειρότερες πέρασαν οι βοηθοί του προπονητή, τους οποίους κατηγορούσε ο Αλγερινός για τους τραυματισμούς του -στους πρώτους μήνες της συνεργασίας τους. Στα highlights (not) ανήκει και το χτύπημα που είχε φέρει στο πρόσωπο του Γιώργου Χάλαρη, γιατί… τον είχε εκνευρίσει στη διάρκεια προπόνησης. Όλοι ωστόσο, είχαν επιλέξει να κάνουν την καρδιά τους πέτρα και να τον υπομείνουν, χάριν των όσων πρόσφερε στους αγωνιστικούς χώρους, στα επίσημα ματς.

Η αρχή του τέλους γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2006, οπότε ο Παράσχος τον ενημέρωσε πως δεν τον είχε συμπεριλάβει στην αρχική ενδεκάδα, για το ματς με τη Σεβίλλη. Το ηφαίστειο που… σιγοέβραζε, εξερράγη και κάπου εκεί ο Έλληνας προπονητής ενημέρωσε τη διοίκηση ότι δεν υπάρχει τρόπος να συνεχίσει να δουλεύει με τον Τζιμπούρ. Τι είχε να σχολιάσει ο τελευταίος; «Στον Ατρόμητο υπήρχε ρατσισμός και είχα πιστέψει ότι παντού στην Ελλάδα θα είναι έτσι. Ευτυχώς όμως, ο Πανιώνιος με έκανε να δω την αλήθεια και να αλλάξω άποψη». Πριν μετακομίσει από το Περιστέρι στη Νέα Σμύρνη (την αντίθετη διαδρομή έκανε ο Αχμέντ Μαγκντί), έκανε ένα… κάλεσμα στους Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό και ΑΕΚ, δεν ανταποκρίθηκε κάποιος και έτσι πέρασε στο plan B: το δοκιμαστικό στη Γουότφορντ. Ο Αϊντί Μπουθρουάντ έκρινε πως δεν ήταν ό,τι χρειαζόταν και δεν τον κράτησε. Επέστρεψε στην Ελλάδα και έκανε τρεις τις διαφορετικές ομάδες του.

Στους πρώτους έξι μήνες, σκόραρε 4 γκολ σε 14 ματς. Το κυριότερο ήταν πως η συμπεριφορά του είχε κριθεί ως υποδειγματική. Μοιραία, κάποιοι πίστεψαν πως είχε ηρεμήσει, είχε συνειδητοποιήσει τι κάνει λάθος, ότι ο Έβαλντ Λίνεν είχε βρει τον τρόπο να τον διαχειριστεί. Guess what; Όλα ήταν ένα ψέμα. Εντός των τεσσάρων γραμμών συνέχισε να παρελαύνει (17 γκολ σε 33 ματς), αλλά πρόσθεσε στο μενού του τη συνήθεια των καρτών: είδε οκτώ κίτρινες κάρτες και δυο κόκκινες. Προφανώς γιατί ήταν λίγο πιο επιθετικός από το επιτρεπτό. Σημειωτέον, είχε χάσει αρκετές προπονήσεις γιατί -όπως έλεγε- ξεχνιόταν.

«Είχαμε αποκλείσει την Σοσό στο Γιουρόπα Λιγκ και είχα σκοράρει στα δίχτυα της Μπορντό. Πιστεύω ότι αυτή ήταν η σεζόν που άλλαξε προς το καλύτερο την καριέρα μου», είχε ενημερώσει σε γαλλικό site. Τα όσα έκανε με τον Πανιώνιο υποχρέωσαν τους συμπατριώτες του να ασχοληθούν με την περίπτωση του. Κλήθηκε στην προετοιμασία της εθνικής για το World Cup 2010 και «έπιασε» μια θέση στο ρόστερ της διοργάνωσης!

Το καλοκαίρι του 2007 εκείνος ήθελε να φύγει, οι κυανέρυθροι ήθελαν να τον κρατήσουν και άρχισε… το γλέντι. Καθυστέρησε μόλις 19 ημέρες να παρουσιαστεί στην προετοιμασία εν όψει της σεζόν 2007-08 και όλως τυχαίως στα φιλικά ήταν τραυματίας -στη μέση που δεν υπάρχει τρόπος να «τσεκαριστεί» με εξετάσεις. Σε ένα που τους έκανε τη χάρη να παίξει, αποβλήθηκε. Πόσα να αντέξει μια ψυχή; Οι κυανέρυθροι τον έβγαλαν στην αγορά και η ΑΕΚ ήταν εκεί για να τον κάνει δικό της -έναντι 3.2 εκατ. ευρώ. Εκεί θα γνώριζε τον Γιώργο Δώνη. Εκεί θα σκόραρε 10 γκολ, για αρχή. Εκεί του “κόλλησαν” και το “τρομοκράτης” για παρατσούκλι.

Έκανε «σεφτέ» -όπως πάντα- νωρίς νωρίς: διαμόρφωσε το 2-1 επί του Αστέρα Τρίπολης, στο 3ο λεπτό των καθυστερήσεων και έκανε τον κόσμο να αισθανθεί ασφαλής με την επιλογή του. Μόνο που σύντομα θα αποδεικνυόταν ότι το ταμπεραμέντο του θα επισκίαζε και πάλι τον καλό του εαυτό. Σε μια προπόνηση στους Θρακομακεδόνες, ο Νάτσο Σκόκο δεν του έδωσε την μπάλα, εκείνος διαμαρτυρήθηκε, με τον Αργεντινό να του πετά ένα «puta madre» (που ήταν σαν το δικό μας «ασταδιάλα» ένα πράγμα). Τα μάτια του Τζιμπούρ… γύρισαν.

Είχε προειδοποιήσει τον συμπαίκτη του να μην χρησιμοποιεί αυτή τη φράση, αυτός δεν συμμορφώθηκε, δεν του ζήτησε και συγγνώμη και… έγινε το μάλε βράσε.  Άρχισαν να βρίζονται και κάποια στιγμή -έπειτα από ώρα- έδειξαν να ‘χουν ξεθυμάνει. Καθ’ οδόν για τα αποδυτήρια, μπροστά ήταν ο Σκόκο και ο Τζιμπούρ περπατούσε από πίσω του, πριν επιταχύνει και αρχίσει να τον χτυπά με μανία. Τέτοια που το… θύμα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, με υποψίες κατάγματος στη μύτη. Τελικά, είχε ελαφριάς μορφής ρινική κάκωση. Αυτός που επενέβη για να αναχαιτίσει τον Αλγερινό, ήταν ο Γιώργος Αλεξόπουλος. Αν δεν έκανε τη σωτήρια επέμβαση, ενδεχομένως η κατάσταση να είχε ξεφύγει περισσότερο. Όλα αυτά έγιναν δυο ημέρες πριν το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, στο ΟΑΚΑ.

Προς τα τέλη του Απρίλη τσακώθηκε με συμπαίκτη του… γιατί του πήρε τη θέση σε μια άσκηση (επενέβη ο Μπάγεβιτς και εκείνος έφυγε αλλόφρων για τα αποδυτήρια) και στις 5 Μαΐου του 2009, πριν την πρωινή προπόνηση, είχε τηλεφωνήσει στο φυσικοθεραπευτή της Ένωσης για να ενημερώσει ότι δεν θα παραστεί, λόγω πονόδοντου. Ο φυσικοθεραπευτής τον κάλεσε λίγα λεπτά μετά, για να τον ενημερώσει πως ο Μπάγεβιτς τον περίμενε στο γήπεδο. Πήγε, είπε τι τον ενοχλούσε και μπήκε στη λίστα με τους τραυματίες.

Ο προπονητής τον έστειλε για χαλάρωμα και για επίσκεψη σε οδοντίατρο. Αυτός παρέλειψε το πρώτο κομμάτι… και 15 λεπτά μετά εμφανίστηκε ντυμένος για προπόνηση με την ομάδα. Ο Μπάγεβιτς άστραψε και βρόντηξε και τον έδιωξε λέγοντας του «εδώ δεν είναι καφενείο να κάνει ο καθένας ό,τι γουστάρει». Ο Τζιμπούρ απάντησε «δεν με σέβεται και δεν με υπολογίζει», μαζί με διάφορα… κοσμητικά επίθετα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που εκτόξευε ύβρεις εναντίον του προπονητή του.

Στην έναρξη της προετοιμασίας για την αγωνιστική περίοδο 2009-10, στο Ζέεφελντ, κατά τη διάρκεια ενός «οικογενειακού» διπλού, ο παίκτης διαμαρτυρόταν διαρκώς σε σημείο που ο Μπάγεβιτς του είπε «ποιος είσαι εσύ που μιλάς συνεχώς; Σήκω φύγε». Σε συνέντευξη του τον Ιούλιο, ο «Πρίγκιπας» δήλωσε πως «ο Ράφικ δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, εις βάρος των υπολοίπων τριάντα παικτών. Είναι κρίμα για αυτόν, αλλά και για την ομάδα. Είναι πολύ καλός παίκτης, αλλά πάρα πολύ δύσκολος στη συνεργασία. Είναι θέμα του προέδρου τι θα κάνει με την περίπτωση του».

Η ΑΕΚ του έδωσε μια ακόμη ευκαιρία, αλλά εκείνος είχε αποφασίσει «να κοιτάω την υγεία μου. Πονούν τα γόνατα μου. Όταν δεν είμαι καλά, δεν θα το ρισκάρω». Παρεμπιπτόντως, η ΑΕΚ κινείτο για την απόκτηση δυο επιθετικών και εκείνος είχε πια βεβαιωθεί ότι «ο προπονητής μου με έχει μειώσει κατ’ επανάληψη». Τότε προέκυψαν οι πληροφορίες περί ανταλλαγής με τον Παναθηναϊκό (που θα έδινε τον Μάντζιο). Αυτή δεν έγινε ποτέ. Έγινε κάτι άλλο.

Στον πρώτο ευρωπαϊκό αγώνα -με τη ρουμανική Βασλούι, στις 27/8 στο ΟΑΚΑ-, ο Σέρβος τεχνικός ενημέρωσε τη διοίκηση πως τον θέτει εκτός, για απρεπή συμπεριφορά. Τι είχε κάνει; Δεν ήθελε να παίξει, γιατί όπως είχε πει πονούσε και στα δυο γόνατα. Η μαγνητική δεν είχε δείξει κάτι, παρ’ όλα αυτά δεν αγωνίστηκε «γιατί το ζήτησε ο ίδιος και άρα είμαι υποχρεωμένος να μην τον υπολογίζω». Μετά τη διαδικασία, η ΠΑΕ τον ενημέρωσε πως τον… βγάζει σε αργία για τους επόμενους τέσσερις μήνες. Κατά τη διάρκεια αυτών είχε πει και ότι «δεν βλέπω να επιστρέφω, όσο είναι προπονητής ο Μπάγεβιτς, με τον οποίον είχα μια διαφωνία».

Είχε κάνει προπονήσεις με τη Οσέρ, τη Σέλτικ και την Μπλάκμπερν, πριν υπογράψει συμβόλαιο για άλλα τρία χρόνια (έως το 2013), έναντι 3.3 εκατ. ευρώ και με buy out στα 7 εκατ. ευρώ. Το Δεκέμβρη υποτίθεται πως είχε μετανιώσει για όλα. Έβαζε το ένα γκολ μετά το άλλο, αλλά έως το τέλος της σεζόν, δεν αντάλλαξε ποτέ βλέμμα ή κουβέντα με τον Μπάγεβιτς και εμμέσως πλην σαφώς διευκρίνιζε ότι θα ήθελε να μείνει στο Δικέφαλο, εφόσον δεν ήταν εκεί ο εν λόγω προπονητής.

Το καλοκαίρι του 2010 σήκωσαν αμφότεροι λευκή σημαία και ο Μπάγεβιτς τον κάλεσε στο Ζέεφελντ, για προετοιμασία. Εκείνος ήθελε να μην πάει στην Αυστρία και να κάνει προπονήσεις στους Θρακομακεδόνες, μέχρι να επιστρέψει η αποστολή, αλλά τελικά… ικανοποίησε το αίτημα του προπονητή. Φαινομενικά ήταν καλά. Η πραγματικότητα συνέχισε να είναι διαφορετική. Στο «ή εγώ ή αυτός» του Αλγερινού, διάβασες στις 7 Οκτωβρίου του 2010 πως ο νέος προπονητής της ομάδας θα ήταν ο Μανουέλ Χιμένεθ. Καλό; Έχω και καλύτερο.

Την Κυριακή 2/1 του 2011, στη διάρκεια της προπόνησης, ο Τζιμπούρ ένιωσε να αδικείται και άρχισε να βρίζει τους πάντες. Στη λίστα ήταν και ο Ισπανός που αντέδρασε, πριν τον ενημερώσει ότι δεν του επέτρεπε να προπονηθεί με τους υπολοίπους την επομένη, ημέρα που θα καλείτο από τη διοίκηση σε απολογία. Στο… τσακίρ κέφι, ο Αλγερινός κάλεσε τον Χιμένεθ σε μονομαχία, έξω από το σπίτι του (για την ακρίβεια, σε street fight). Οι διοικούντες είχαν καταλάβει πως είχε έλθει η ώρα του «αντίο».

Βέβαια, τέσσερις μήνες νωρίτερα είχαν ενημερώσει πως υπάρχει προφορική συμφωνία μαζί του, για νέο συμβόλαιο -κάτι που εκείνος είχε διαψεύσει. Εξ ου και η πλευρά του παίκτη επέμενε πως το επεισόδιο ήταν «στημένο», ώστε να απαλλαγούν χωρίς να τον πληρώσουν.  Έκρινε πως ο πρόεδρος Αδαμίδης τον κοροϊδεύει και… έκανε τα δικά του. Άκουσε και τα εξ αμάξης και γατί πήγε την Ένωση στα δικαστήρια, ζητώντας 1.420.000 ευρώ. Συμβιβάστηκε με 300.000 ευρώ και την ελευθερία του. Την ημέρα του «αντίο» είχε υποσχεθεί ότι «θα πάω μόνο σε ομάδα του εξωτερικού». Δεν φάνηκε συνεπής.

«Όταν τσακώθηκα με την ΑΕΚ, μίλησα με τη μάνα μου. Μου είπε «ξέρω πως αγαπάς την Ελλάδα και ότι θες να μείνεις εκεί, αλλά πρέπει να δείξεις ότι είσαι Αλγερινός και πως είσαι άνδρας. Να σηκώσεις το κεφάλι σου και να κερδίσεις τον κόσμο». Πήγα στον Ολυμπιακό και νομίζω ότι κέρδισα τον κόσμο», δήλωσε πριν δυο χρόνια σε τηλεοπτική εκπομπή. Οι ερυθρόλευκοι τον ανακοίνωσαν στις 21/1 του 2011. Είχε εκλάβει ως μεγαλύτερο κίνητρο όλων, τη δυνατότητα συμμετοχής στο Τσάμπιονς Λιγκ «διοργάνωση στην οποία πάντα ονειρευόμουν να παίξω».

Υπό τις οδηγίες του Ερνέστο Βαλβέρδε ήταν η πιο ήρεμη έκδοση του εαυτού του -είχε προηγηθεί μεταξύ τους συζήτηση πριν ο Ισπανός δώσει το ΟΚ για τη μεταγραφή του. Άλλος άνθρωπος. Ο πρότερος -ανέντιμος- βίος του ήταν ο λόγος που αρχικά οι Πειραιώτες τον υπέγραψαν για έξι -δοκιμαστικούς- μήνες. Έπειτα από επτά γκολ σε 11 ματς (μεταξύ αυτών επί του Παναθηναϊκού και επί της ΑΕΚ), του έδωσαν κανονικό συμβόλαιο (+2 χρόνια).

Στην πρώτη ολοκληρωμένη σεζόν με τον Ολυμπιακό, μέτρησε 16 γκολ σε 36 ματς και όλοι έδειχναν τον Βαλβέρδε ως το λόγο της εξαιρετικής συμπεριφοράς του, εντός και εκτός γηπέδων. Σκόραρε το πρώτο ευρωπαϊκό γκολ με την ερυθρόλευκη φανέλα στο 3-1 επί της Μπορούσια Ντόρτμουντ και συνέχισε με τέρμα στα δίχτυα της Άρσεναλ, αλλά και σε εκείνα της Ρούμπιν Καζάν – στο Γιουρόπα Λιγκ. Έγραψε το όνομα του στον πίνακα των σκόρερ και στο 2-1 επί του Ατρόμητου, στον τελικό Κυπέλλου. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει; Να μείνει ο προπονητής του εκεί που ήταν. Μόνο που οι ιθύνοντες είχαν άλλη άποψη. Στη θέση του Βαλβέρδε εμφανίστηκε ο Λεονάνρτο Ζαρντίμ και το αρνάκι ξαναέγινε λύκος, σε μηδενικό χρόνο: στην προετοιμασία και έπειτα από 4 προπονήσεις, είχε ήδη αρπαχτεί με τον Νταβίδ Φουστέρ, για τον οποίον… κυκλοφορούσε η φήμη πως δεν έχει νευρικό σύστημα. Εν συνεχεία, έγινε ρεζέρβα από βασικός και… έβγαλε νοκ άουτ το πιεσόμετρο όταν πια είχε καθίσει στον πάγκο ο Μίτσελ – έξι μήνες μετά.

Μολονότι ήταν εκείνος που είχε σκοράρει 10 γκολ στον Παναθηναϊκό, τα χρόνια που ήταν στην Ελλάδα, αυτός που υποχρεώσει «κατασκόπους» ευρωπαϊκών ομάδων να ταξιδέψουν για την Αθήνα, ώστε να τον δουν (με πρώτους και καλύτερους αυτούς της Μαρσέϊγ), ο τύπος που στο πρώτο μισό της σεζόν είχε 12 γκολ σε 11 ματς, είχε θέματα με τον προπονητή του.

Μια στιγμή όμως, να σου πω κατ’ αρχάς ότι ο Ολυμπιακός του είχε δώσει (στο μεταγραφικό «παράθυρο»του Γενάρη) συμβόλαιο έως το 2016. Είχε πει «νιώθω τον Ολυμπιακό ως οικογένεια μου και δεν θέλω να φύγω από τον Πειραιά. Θα κάνω ό,τι μπορώ ώστε οι φίλοι μας να είναι ευτυχισμένοι». Τελείωσε το πρωτάθλημα ως πρώτος σκόρερ (20 γκολ, σε 24 ματς).

Πήρε και το κύπελλο, με τις μαρτυρίες να θέλουν τον Μίτσελ να του λέει έπειτα από την άρση «ποιος νομίζεις πως είσαι; Ένας Αλγερινός που παίζει στην Ελλάδα και νομίσει πως είναι ο Βαν Νίστελροϊ». Για την ιστορία, όταν υπεβλήθη σε επέμβαση χολής ο Ισπανός, για να του αφαιρέσουν δυο πέτρες, είχε σχολιάσει «η μια είναι ο Τζιμπούρ και η άλλη ο Αμπντούν». Ως αντιλαμβάνεσαι, αυτό ήταν πρόβλημα. Του τύπου να ζητήσει συνάντηση με τον Βαγγέλη Μαρινάκη και να σκίσει ενώπιον του το συμβόλαιο.

Τότε αρνείτο να πει γιατί έφυγε. Τώρα, που έχουν περάσει κάποια χρόνια, ομολογεί ότι «είχα πάει παντού στην Ελλάδα, σε οκτώ χρόνια. Πέρασα καλές και κακές στιγμές, ένιωσα τότε ότι έπρεπε να φύγω και να γνωρίσω κάτι άλλο. Στην ηλικία που ήμουν, δεν θα είχα πολλές άλλες ευκαιρίες να το κάνω».

Θα επέστρεφε ποτέ στους ερυθρόλευκους; «Ένιωσα ότι είχα κάνει τη δουλειά μου. Έχουν πει πολλοί πως είμαι κακό παιδί και θα κατέστρεφα την ομάδα. Νομίζω ήμουν καλό παιδί και έκανα τη δουλειά μου στο γήπεδο. Αγάπησα την ομάδα, όπως με αγάπησαν όλοι. Σέβομαι τον Ολυμπιακό. Είναι μεγάλος σύλλογος, αλλά κατέληξα στο ότι ήθελα να γνωρίσω κάτι άλλο. Υπήρχαν βέβαια, και 2-3 άλλες λεπτομέρειες», αλλά δεν ήθελε να τις μοιραστεί. Οι Πειραιώτες, την ίδια ώρα, πίστευαν ότι είχε φτάσει στο «ταβάνι» του και όφειλαν να αναζητήσουν κάτι άλλο, κάτι καλύτερο.

Πήγε ως δανεικός στην τουρκική Σίβασπορ, όπου συνεργάστηκε με τον Ρομπέρτο Κάρλος. «Ήταν μια από τις καλύτερες εμπειρίες της καριέρας μου. Ήταν το καλύτερο αριστερό μπακ στον κόσμο. Με σεβόταν πολύ και ήθελε να μείνω. Ειλικρινά θα σας πω ότι όταν άκουσα τους Κάρλος, Καρεμπέ και Κοβάτσεβιτς -μεταξύ πολλών άλλων- να μιλούν με τα καλύτερα λόγια για εμένα, ένιωθα ένα σκίρτημα στην καρδιά. Μιλάμε για ανθρώπους που έχουν αφήσει το σημάδι τους στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Και για αυτό οι 2-3 οπαδοί που μου ασκούν δριμεία κριτική, δεν με ενδιαφέρουν. Δεν με αφορούν».

Μετά έξι μήνες (τον Γενάρη του 2015) πήγε στη Νόττινχαμ Φόρεστ, για 1.5 εκατ. ευρώ -τον ήθελαν και το καλοκαίρι που είχε προηγηθεί, αλλά αυτός δεν ήθελε να υποβληθεί σε εξετάσεις. Οι άνθρωποι της αγγλικής ομάδας σήκωσαν ψηλά τα χέρια μαζί του και με τον Abdoun («λόγω κακής συμπεριφοράς και ελλιπή προσπάθεια») πολύ σύντομα. «Οι αναμνήσεις που έχω από εκεί είναι κακές, γιατί ένιωσα πως με πρόδωσαν κάποιοι άνθρωποι. Με πρόδωσαν λίγους μήνες πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο και αυτό με ξετίναξε. Δεν έπρεπε να έχω φύγει από τη Σίβασπορ. Ελέω της μεταγραφής μου στη Νόττινχαμ έχασα το Μουνβτιάλ, όπως μου εξήγησε και ο Χαλίοντζιτς ενδελεχώς. Με πήρε τηλέφωνο και μου εξήγησε ότι του ήταν πολύ δύσκολο να μου πει πως δεν θα είμαι στην ομάδα. Αυτή ήταν ένδειξη σεβασμού προς το πρόσωπο μου. Μετά έμαθα πως υπήρχαν πολλοί στην εθνική που δεν με ήθελαν. Αλλά τι να πεις; Αυτό ήταν γραφτό να γίνει (mektoub)».

Τι είχε να σχολιάσει για την αποτυχία του; Κατ’ αρχάς ότι δεν συμφωνεί πως απέτυχε. «Δεν συμφωνώ, γιατί έπαιξα με τον άρρωστο τρόπο που μας προετοίμαζαν. Και για αυτό δεν ήμουν σε θέση να κάνω το καλύτερο δυνατό, μέσα στο γήπεδο. Όταν υπογράφεις σε μια ομάδα, χρειάζεσαι σταθερότητα και καλή προετοιμασία. Αυτά ήταν πράγματα που δεν είχα. Δεν κάναμε ό,τι έπρεπε να κάνουμε για να είμαι στην ιδανική κατάσταση».

Σε 33 συμμετοχές σκόραρε πέντε γκολ και έμεινε εκτός της προεπιλογής που έκανε ο τεχνικός της Αλγερίας -παρεμπιπτόντως, είχαν προηγηθεί οι «μαγικές χρονιές» 2009 και 2010 «όταν απολαμβάναμε όλοι κάθε στιγμή που βρισκόμασταν όλοι μαζί. Ζούσαμε και παίζαμε ως παρέα, για την Αλγερία. Δεν υπάρχουν πολλοί που να μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ. Δεν είχαμε μεγάλο ταλέντο, αλλά είχαμε τεράστια καρδιά». Επί της απουσίας του, είχε σχολιάσει ότι «η πόρτα παραμένει ανοιχτή. Υπάρχουν βέβαια, πολλά νέα παιδιά με πολλά υποσχόμενο μέλλον. Αφήστε που εμένα με έχουν εμπλέξει σε “υπόγεια” θεωρία συνωμοσίας, την οποία “πλήρωσα” μια φορά τώρα, αλλά είναι δεδομένο πως αυτό θα ξανασυμβεί». Αυτό το τελευταίο, το είπε σε συνέντευξη Τύπου αγώνα.

djeb

Λίγες ώρες μετά, έδωσε κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες, επί της «θεωρίας συνωμοσίας». «Άκουγα διάφορες ανακρίβειες που με αφορούσαν, να αναπαράγονται από ανθρώπους της εθνικής και της ομοσπονδίας. Πολλά λάθος πράγματα λέγονταν για εμένα και μου έκαναν κακό. Ό,τι και αν είπαν, ό,τι και αν έπρεπε να υπομείνω, δεν ήθελα να απαντήσω με χτυπήματα κάτω από τη μέση ή δηλώσεις. Απλά το άφησα να περάσει, μολονότι επηρέασαν την εικόνα μου». Και τότε ήταν που επανέλαβε μια από τις πιο γνωστές φράσεις του. «Προτιμώ να ζήσω 10 χρόνια ως λιοντάρι, από 100 χρόνια ως πρόβατο. Οι Αλγερινοί είναι γνωστοί ως υπερήφανοι άνθρωποι. Είμαι Αλγερινός και πάνω από όλα πιστός στις αρχές μου, ό,τι και αν συμβαίνει. Αυτή η φράση με αντιπροσωπεύει σε όλους τους τομείς της ζωής μου».

Το καλοκαίρι του 2014 πήγε στην Κύπρο, για το ΑΠΟΕΛ, μολονότι οι πληροφορίες τον ήθελαν να έχει συμφωνήσει με την ΑΕΚ, αλλά τα λόγια δεν έγιναν πράξη. Γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη ομάδα; «Πρωτίστως, λόγω του Γιώργου Δώνη, ενός Έλληνα προπονητή που ξέρω καλά και μου δίνει αυτοπεποίθηση. Επίσης, επρόκειτο για ομάδα που είχε προκριθεί στο Τσάμπιονς, ενώ μιλώ και ελληνικά, κάτι που πάντα βοηθά -να μιλάς την ίδια γλώσσα με τους υπολοίπους. Επέλεξα να πάω εκεί όπου ένιωθα πιο σίγουρος. Δεν ήθελα να πάρω ρίσκο και να ζήσω μια νέα -άγνωστη- περιπέτεια. Επιπροσθέτως, όσες φορές και αν ακούσεις τον ύμνο του Τσάνπιονς Λιγκ, δεν τον βαριέσαι. Νιώθεις πάντα σαν παιδί», εξηγεί.

Του είχαν ζητήσει να απαντήσει με πάσα ειλικρίνεια, αν μετάνιωσε που έφυγε από την Ελλάδα. «Όχι. Καθόλου. Ήταν κάτι που ήθελα να κάνω. Έπειτα από οκτώ χρόνια εκεί, ήθελα να βρω και να δω κάτι άλλο. Δεν θα πω ότι η μετακόμιση μου στην Τουρκία ήταν αποτυχημένη. Και στην Αγγλία, ο προπονητής δεν ήθελε Γάλλους παίκτες στην ομάδα. Δεν μετανιώνω για τίποτα, γιατί είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω νέες κουλτούρες, νέες γλώσσες, νέες πόλεις, κάτι που για εμένα είναι πολύ σημαντικό -ακόμα και αν δεν συνάδει με το πώς εξελίσσεται η καριέρα μου». Έγινε πρωταθλητής και κυπελλούχος, προσφέροντας 14 γκολ σε 26 παιχνίδια.

Την 1η ημέρα του Σεπτέμβρη, το 2015 διαβάσαμε πως καταδικάστηκε από την κυπριακή δικαιοσύνη, σε τρία χρόνια φυλάκισης, για κατοχή όπλων και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, που αφορούσε την τρομοκρατία. Είχε πάρει το πρωτάθλημα με το ΑΠΟΕΛ και στους εορτασμούς εμφάνισε ένα καλάσνικοφ, ενώπιον του κόσμου.

Στο όπλο υπήρχαν πέραν των δικών του δαχτυλικών αποτυπωμάτων και εκείνα ενός άνδρα που ήταν ύποπτος για τρομοκρατία. «Όπως θα ξέρετε, στην Ελλάδα με αποκαλούν “τρομοκράτη”, για τη χειρονομία που κάνω όταν πανηγυρίσω τα γκολ μου. Αυτό που έγινε εκείνο το βράδυ, ήταν ότι κάποιος μου έφερε στους εορτασμούς ένα όπλο και πάνω σε αυτή τη στιγμή χαράς με τους φιλάθλους μας δημιουργήθηκε πρόβλημα. Ευτυχώς, ξεπεράστηκε».

Η ΑΕΚ είχε επιστρέψει δριμύτερη στη διεκδίκηση του, εκείνος εξήγησε ότι «είναι η πρώτη μου αγάπη και ενώ με τον Ολυμπιακό νιώθω πως ολοκλήρωσα ό,τι είχα να κάνω, στην Ένωση έχω αφήσει κάτι στη μέση» και υπέγραψε για 1+1 χρόνια, στις 17/7 του 2015. «Ξέρω τον πρόεδρο, είναι φίλος μου και μου ζήτησε να πάω. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Είμαι πολύ χαρούμενος που επιστρέφω στην ΑΕΚ και αυτό που θέλω είναι να συμβάλω, ώστε να επιστρέψει αυτός ο θαυμάσιος ελληνικός σύλλογος στην κορυφή. Νιώθω σαν να επιστρέφω στη χώρα μου. Μετά την Αλγερία, η Ελλάδα είναι η χώρα που έχω στην καρδιά μου. Μου έχει προσφέρει πολύ σεβασμό και χαρά. Την αγαπώ, όσο αγαπώ και την Αλγερία και είναι όμορφο να σκέφτονται θετικά για εσένα».

djebour

Γιατί διάλεξε την ΑΕΚ, τη στιγμή που είχε πολλές άλλες προσφορές; «Ακούστε. Η ΑΕΚ είναι μεγάλος σύλλογος και δεν είναι εύκολο να παίζεις για μια ομάδα της Ευρώπης που έχει περισσότερους από 60.000 φιλάθλους στις εξέδρες, σε κάθε ματς. Ο πρόεδρος μου έδωσε τα κλειδιά της ομάδας και αυτό ήταν τεράστια τιμή για εμένα. Θα κάνω τα πάντα για να ανταποκριθώ στις προσδοκίες».

Τι άλλο έκανε; Κλώτσησε παίκτη της Ανόρθωσης, σε φιλικό προετοιμασίας -γιατί του είχε κάνει φάουλ που ωστόσο, είχε δώσει ο διαιτητής, αλλά λέμε. Στις 11/8 δεν πήγε στην πρωινή προπόνηση και δεν ειδοποίησε -για να τιμωρηθεί με πρόστιμο από τον Δέλλα, ο οποίος τον κάλεσε και στο γραφείο του να μιλήσουν.

Γενικά, δεν θα έλεγες ότι ήταν ακριβώς παράδειγμα προς μίμηση και συν τις κακές εμφανίσεις του προηγούμενου διμήνου, στην επιστροφή της αποστολής από τη Λιβαδειά (όπου η ΑΕΚ είχε χάσει 0-3) στις 18/4, μπήκε στο στόχαστρο οργισμένων φιλάθλων, που περικύκλωσαν το λεωφορείο και άρχισαν να βρίζουν τους πάντες. Αυτός αντέδρασε και γνώρισε την οργή τους. Μετά, οι οπαδοί ενημέρωσαν πως «κοιτάξτε να περάσετε στον τελικό, γιατί να ξέρετε ότι θα πέσει πολύ ξύλο». Ποιος σκόραρε στον Ατρόμητο το γκολ που έστειλε την Ένωση στον τελικό Κυπέλλου; Ω ναι. Αυτός.

Στις 11 Μαΐου και στην επίσκεψη της ΑΕΚ στην Τούμπα (ο ΠΑΟΚ νίκησε 2-1) βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο επεισοδίων. Ο διαιτητής έδειξε οκτώ κίτρινες κάρτες, πριν το τέλος του αγώνα οπότε οι παίκτες πιάστηκαν στα χέρια. Ο Τζιμπούρ χτύπησε τον Βελλίδη, αλλά αυτό δεν αναφέρθηκε καν στο φύλλο αγώνα, μολονότι μπροστά στη φάση ήταν ο επόπτης. Απειλήθηκε με τιμωρία, εν όψει του τελικού κυπέλλου, αλλά επειδή δεν είχε αποβληθεί και δεν υπήρχε σχετική σημείωση που να τον αφορά στο φύλλο αγώνα, «χρεώθηκε» κάποια συνέπεια. Έτσι, το βράδυ της Τρίτης (17/5) έγινε κυπελλούχος (ο «Δικέφαλος» νίκησε 2-1), έγινε ο έκτος παίκτης στην ιστορία του θεσμού, που έχει σκοράρει με δυο διαφορετικές ομάδες σε τελικό. Αλλά τι σου λέω; Ας το πάρω αλλιώς: μετρά τρεις σερί τελικούς κυπέλλου και ισάριθμα γκολ.

Να καταλήξω όμως, και κάπου, έτσι;  Μεταξύ όσων του είχε διδάξει η ζωή (και τα ταξίδια) έως τότε ήταν πως «στον κόσμο που ζούμε, το διαβατήριο που έχεις παίζει τεράστιο ρόλο σε ό,τι και αν προσπαθείς να κάνεις. Για να σου πω την αλήθεια, όταν είσαι Αλγερινός που μεγαλώνεις στη Γαλλία, το διαβατήριο σου δεν σου ανοίγει ακριβώς πόρτες. Είναι ντροπή να σε εκλαμβάνουν ως ξένο στη χώρα που έχεις μεγαλώσει. Σου ραγίζει την καρδιά. Πρέπει να είσαι τρεις φορές καλύτερος από τους Βραζιλιάνους, για να κάνεις την καριέρα που αξίζεις».

Και για αυτό μολονότι είχε προτάσεις από τη Γαλλία, δεν τις δεχόταν. «Είμαι στρατιώτης της Αλγερίας και τιμώ όσα έχω κληρονομήσει από τους προγόνους μου». Τιμά τη θρησκεία του και είναι συνεπής σε κάθε Ραμαζάνι «που περνά πιο εύκολα όπου υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι ακολουθούν τον ίδιο δρόμο με εσένα, όταν το κάνουν από ευχαρίστηση. Ψυχολογικά, γίνονται όλα πιο εύκολα», όταν έχεις παρέα.

Αν τον ρωτάς, θα σου πει ότι «στην Ελλάδα με αγαπούν όλοι. Και οι Παναθηναϊκοί. Με έχει καταλάβει ο κόσμος, πως έχω πολύ πάθος για το ποδόσφαιρο. Μου αρέσει να δίνω το 200% στο γήπεδο. Έχω πάρα πολύ όρεξη». Τελικά, είναι καλό παιδί; «Δεν μπορώ να απαντήσω εγώ σε αυτήν την ερώτηση. Αφήνω τον κόσμο να μιλά για εμένα. Στην Ελλάδα όμως, όταν είσαι ρουφιάνος και “γλείφτης” είσαι καλό παιδί. Εγώ δεν είμαι έτσι. Διάλεξα να είμαι πολύ άνδρας και για αυτό έχουν “χαλάσει” το όνομα μου. Στην μπάλα πρέπει να υπολογίζουμε περισσότερο τι κάνει ο παίκτης στο γήπεδο. Αυτό δεν συμβαίνει γενικά στο ποδόσφαιρο, όχι μόνο στην Ελλάδα». Είναι άνθρωπος και με πολιτική άποψη, την οποία εκφράζει στα social networks

Και ποια είναι ακριβώς, η άποψη του για τη χώρα μας; «Μου άλλαξε τη ζωή, μου έδωσε πολλά. Της χρωστώ πολλά. Συνήθιζα να λέω πως είμαι Γαλλοαλγερινός. Όχι πια. Πλέον συστήνομαι ως Ελληνοαλγερινός».  Όταν παίζει «είμαι εγώ και η μπάλα. Δεν μπαίνει κανείς ανάμεσα μας». Τον έχουν κουράσει συγκεκριμένες συμπεριφορές, αλλά η αλήθεια είναι πως κατά διαστήματα και εκείνος είχε κουράσει με τις δικές του συμπεριφορές. Του αρέσουν τα στοιχήματα, οι γυναίκες και κινείται βάσει του ότι «πολλοί με πολέμησαν, αλλά εγώ είμαι ακόμα όρθιος» -με ό,τι συνεπάγεται αυτό-.

Δεν υπάρχει κάτι που τον έχει πληγώσει και να μην αντέδρασε (κυρίως παρορμητικά και ανεπίτρεπτα), γιατί «είμαι ευχαριστημένος που έπαιξα ποδόσφαιρο, που έδωσα το 200%, χωρίς να είμαι σε κλίκες». Το γεγονός ότι δεν έχει τύχει να καθίσει σε ομάδα, για διάστημα μεγαλύτερο των δυο χρόνων οφείλεται στο ότι «δεν είμαι πιστός (γελάει). Ό,τι έχω μέσα μου, το λέω. Δεν φοβάμαι κανέναν. Μόνο το Θεό. Και σέβομαι τη μητέρα μου και τον πατέρα μου. Ό,τι έχω όμως, στην καρδιά μου, το λέω».

Αναγνωρίζει τέλος, ότι «δεν μπορούμε να λέμε οι ποδοσφαιριστές πως κάνουμε κάτι δύσκολο, γιατί… δεν κάνουμε. Δεν πρέπει να είμαστε κακομαθημένοι. Οφείλουμε να έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας και να αναγνωρίζουμε την ευλογία μας».

Τώρα, θα μου πεις πως αν έκανε ό,τι λέει, θα ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος και σίγουρα δεν θα είχε εμπλακεί σε αναρίθμητες διαμάχες. Προφανώς, τα λέει και για να πείσει τον εαυτό του. Για να ξεχάσει τις μνήμες που «κουβαλάει» από παιδί. Αυτές που τον έχουν κάνει αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, με αλληλοσυγκρουόμενες διαφορές. Αλλά όσο βάζει γκολ, προφανώς θα υπάρχουν άνθρωποι που θα τον αντέχουν με τα ελαττώματα του -που μεταξύ μας, αν δεν τα είχε προφανώς και δεν θα ήταν ανάμεσα μας, αλλά σε κάποια από τις καλύτερες λίγκες.

ΜΕΣΩGoal.com.cy team
ΠΗΓΗSport24
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ